*-*

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

Οι λαϊκές παραδόσεις των εορτών και η αντοχή τους στο χρόνο


Ελάχιστα έθιμα επιβιώνουν στις μέρες μας και τα περισσότερα έχουν παραδοθεί αλλοιωμένα
Tης Γιωτας Μυρτσιωτη
Στα παιδικά Χριστούγεννα γυρνάει η σκέψη τούτες τις γιορτινές μέρες, σε έθιμα και τελετουργίες για τους παλαιότερους που τα βίωσαν μέσα από την τοπική παράδοση και τις λαϊκές δοξασίες με συνέπεια, χαμόγελο, ευφορία, προσμονή, και για τους νεότερους ως αφήγηση. Πλούσια η εθιμολογία των ημερών στη Βόρεια Ελλάδα από την Ηπειρο και τη Δυτική Μακεδονία ώς τη Θράκη, με ποικίλες θρησκειολογικές και εθνολογικές ερμηνείες, συμβολισμούς και ξεχωριστή σημασία -κοινωνική και οικονομική- αποτέλεσαν αντικείμενο επιστημονικής έρευνας στα νεότερα χρόνια.
Πασπαλισμένες σήμερα οι γιορτές του Δωδεκαημέρου από τη χρυσόσκονη της ευμάρειας, μ' ένα φύσημα ξεσκεπάζουν την «καρδιά» του πολιτισμού που γέννησε ήθη και έθιμα και τα μετέφερε από γενιά σε γενιά.
Ξενόφερτες συνήθειες εκτόπισαν τα λαϊκά έθιμα, ατόνησαν ή αλλοίωσαν την πρωτογενή τους μορφή. Ορισμένα διατηρούνται ώς τις μέρες μας, προσαρμοσμένα ωστόσο στις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης, και άλλα επανήλθαν με νέες ονομασίες ως τουριστικές ατραξιόν για να ενισχύσουν την ισχνή οικονομία στις τοπικές κοινωνίες.
Τα χοιροσφάγια έγιναν πια «γουρουνοχαρές», εκδηλώσεις δηλαδή λαϊκής γιορτής που διοργανώνουν μικρές κοινότητες-ομπρέλα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Το χοιρινό αντικαταστάθηκε από τις γεμιστές γαλοπούλες και η χριστουγεννιάτικη λειτουργία από τα ρεβεγιόν...
Οι φωτιές που άναβαν παραμονή των Χριστουγέννων στη Φλώρινα για να... ζεστάνουν το νεογέννητο, σύμφωνα με την παράδοση, εξακολουθούν να καίνε ώς τις μέρες μας αλλά άλλη σημασία έχουν πια, με ολονύχτια γλέντια και λαϊκά δρώμενα που προσελκύουν χιλιάδες επισκέπτες. Τα ντολμαδάκια, τα τυλιχτά «γιαπράκια» στη Μακεδονία και τη Θράκη, ιδιαίτερα στην Κοζάνη, που συμβολίζουν τα σπάργανα του Χριστού, δεν λείπουν από το χριστουγεννιάτικο τραπέζι ώς τις μέρες μας.
Πιστοί στην παράδοση παραμένουν οι μικροί «καλαντάρηδες», που όμως αντί για μικρά χριστόψωμα προσδοκούν ένα ικανοποιητικό χρηματικό φιλοδώρημα. Οσο και αν οι πλούσιες βιτρίνες χορταίνουν τον συναισθηματικό κόσμο παιδιών και μεγάλων, το παιχνίδι της αυτοσχέδιας μπάλας από τα σπλάχνα του χοίρου που διηγούνται οι παλαιότεροι εξακολουθεί να μένει ως νοσταλγική ανάμνηση στην ψυχή και την καρδιά τους.
Τον κύκλο του εορταστικού Δωδεκαημέρου σχολιάζουν ακροθιγώς οι αντιπαρατιθέμενοι σήμερα, αναφέροντας τα λαϊκά έθιμα που επιβιώνουν στις μέρες μας, αλλά και τους λόγους για τους οποίους τα περισσότερα έχουν εκλείψει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια