*-*

Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

λαϊκοι παραδοσιακοί χοροί


Ζωναράδικος : Χορός μεικτός (χορεύεται από άντρες και γυναίκες) , κυκλικός , με μεγάλη διάδοση σε όλη τη Θράκη . Το όνομά του το οφείλει στο ότι , οι χορευτές , πιάνονται ο ένας από τον άλλον από τα ζωνάρια . Μπροστά μπαίνουν οι άντρες και ακολουθούν οι γυναίκες . Σύμφωνα με τα ήθη παλιότερα , ο τελευταίος άντρας , που θα πιανόταν με την πρώτη γυναίκα του γυναικείου κύκλου για να σχηματίσουν έναν ενιαίο κύκλο χορού , έπρεπε απαραίτητα , να έχει συγγενική σχέση μαζί της .

Συγκαθιστός : Μεικτός , αντικρυστός , κατά ζεύγη . Την ονομασία του την οφείλει στο ότι το βήμα του χορευτή , ημικάθεται , μια στο δεξί και μια στο αριστερό πόδι . Χορεύεται στους γάμους , όταν πηγαίνουν να πάρουν την νύφη , αλλά και σε άλλα πανηγύρια και γλέντια και συνοδεύεται από ενθουσιώδη επιφωνήματα .

Χασάπικος Πολίτικος ή Μακελλάρης : Θεωρείται πολεμικός χορός . Πήρε την ονομασία του από το ότι ήταν ο χορός που συνηθιζόταν ιδιαίτερα από την συντεχνία των μακελλάρηδων (χασάπηδων) .

Αντικρυστός ή Καρσιλαμάς : (Καρσί = Αντίκρυ) . Συνηθίζεται ιδιαίτερα στις γαμήλιες τελετές και διασκεδάσεις . Στην παραδοσιακή εκτέλεση του χορού , οι γυναίκες κρατούν μαντίλι από δύο διαγώνιες άκρες , με τεντωμένε ή λυγισμένα τα χέρια στους αγκώνες , και κινούν τα χέρια δεξιά κι αριστερά , ή περιστρέφουν το μαντίλι κυκλικά στη μία κατεύθυνση , ώσπου να διπλωθεί και μετά , αυτό ξεδιπλώνεται στην αντίθετη κίνηση .

Ταπεινός : Γαμήλιος χορός , καθαρά γυναικείος , απλός και αργός με μικρά βήματα . Είναι ο πρώτος χορός μετά την στέψη , με την νύφη στην κορυφή του χορού .

Κουσευτός : Χορός που ονομάστηκε έτσι , από το ότι τα βήματά του είναι τρεχάτα (κουσεύω = τρέχω)

Χορός της παλαίστρας : Συνηθιζόταν σε γάμους και πανηγύρια , όπου απαραίτητο στοιχείο ήταν το αγώνισμα της πάλης , πολλές φορές από επαγγελματίες παλαιστές .

Σουφλιουτούδα : Γυναικείος χορός του Σουφλίου . Την ονομασία του την οφείλει στον εναρκτήριο στίχο “Σουλτάνα Σουφλιουτούδα” τοπικού χορευτικού τραγουδιού .

Γιάννη μ’ , Γιαννάκη μου : Μεικτός χορός του Σουφλίου επίσης με το όνομά του από τοπικό τραγούδι .

Γίκνα : Γαμήλιος χορός της Ορεστιάδας . Το όνομά του οφείλει στο χρώμα (κνα) , που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για το βάψιμο των νυχιών τους .

Σούστα : Μεικτός χορός της περιοχής Διδυμοτείχου . Το όνομά του βγήκε από το “σουστάρισμα” , (λύγισμα) των ποδιών .

Του Μαμά τα παλικάρια : Μεικτός χορός της περιοχής της Γρατινής Ροδόπης . Το όνομά του , από τον εναρκτήριο στίχο του τοπικού τραγουδιού (“Του Μαμά τα παλικάρια , ήταν όλα σαν λιοντάρια”) .

Ζεϊμπέκικος : Αργός χορός , παρόμοιος με τον αντικρυστό Καρσιλαμά . Θεωρείται χορός πολεμικός και χορεύεται μόνο από δύο άτομα . Οι κινήσεις γίνονται μέσα σε νοητό κύκλο . Έχει αργό και γρήγορο μέρος , χωρίς τυποποιημένα βήματα , τα οποία κατά περίσταση δίνουν στον χορευτή την δυνατότητα να εξωτερικεύσει τα συναισθήματά του .

Λαγίσιος ή Λαγίτικος : Μιμητικός και σκωπτικός χορός , που παριστάνει το κυνήγι του λαγού . Είναι κυκλικός και χορευόυαν παλιότερα στα βραδυνά γλέντια του γάμου , για να δημιουργήσει ευθυμία και χαλάρωση , μετά την υπερένταση της ημέρας .

Πως το τρίβουν το πιπέρι : Πολύωρος (;) μιμητικός ανδρικός χορός .Οι ίδιοι οι χορευτές τραγουδούν και προσπαθούν να μιμηθούν τις αντίστοιχες κινήσεις υποθετικού τριψίματος πιπεριού με τα μέλη του σώματός τους (αγκώνα , γόνατα , μύτη κλπ)

Χορός του Μαχαιριού ή Αράπικος : Χορός από δύο άντρες , που κρατούν μαχαίρια και ο ένας προσπαθεί να ακουμπήσει το στήθος του άλλου , οπότε αυτός πέφτει κάτω προσποιούμενος τον νεκρό , και ο νικητής χορεύει γύρω του θριαμβευτικά . (ο χορός αυτός αναφέρεται και στην “Κύρου Ανάβασις” του Ξενοφώντα , Βιβλίο Στ’ , κεφ. 1 , 5-6) .

Οι χοροί των Αναστεναρίων : Ιδιότυποι και ιδιόμορφου χοροί , που έχουν πρωτεύοντα ρόλο στην όλη τελετουργία , και αποτελούν ένα από τα βασικά στοιχεία του … εκστασιασμού των τελεστών . Οι βηματισμοί στους χορούς αυτούς , είναι απλοί , με στατικότητα και αυτοσχεδιασμούς και με ανάλογες κινήσεις των χεριών , που εκφράζουν την ψυχοσύνθεση και τα συναισθήματα των οιστρόπληκτων χορευτών .

silia.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια