*-*

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Μεγάλη Παρασκευή: Μέρα πένθους, συγχώρεσης και «χαρμόσυνης λύπης»





Το πένθος χαρακτηρίζει την Μεγάλη Παρασκευή μετά και από τον θανάτου του Ιησού. Παρόλο που στο μυαλό των περισσότερων είναι μία μέρα που κυριαρχεί η λύπη, κάτι τέτοιο δεν υφίσταται τελείως καθώς το βράδυ έρχονται οι πρώτες αναφορές για την Ανάσταση.
Τα ξημερώματα της Μεγάλης Παρασκευής στολίζεται ο επιτάφιος σε όλες τις εκκλησίες της χώρας. Έπειτα γίνεται η λειτουργία των Μεγάλων Ωρών, η περιφορά του επιταφίου και όλα τελειώνουν με τον Ορθρό του Μεγάλου Σαββάτου.

Λειτουργία των Μεγάλων Ωρών – Αποκαθήλωση

Αρχικά ψάλλονται οι Μεγάλες Ώρες, που περιέχουν τροπάρια, ευχές, Ευαγγέλια, αναφορές σε Αποστόλους, και ψαλμούς.
Σε συνέχεια του Ορθρού της Μεγάλης Πέμπτης, αναφέρονται τα γεγονότα λίγο πριν την Σταύρωση με περισσότερες λεπτομέρειες και η λειτουργία ξεκινάει με τον Ιησού που πήγε στον Πόντιο Πιλάτο μόλις ξημέρωσε.
Παρόλο που η καταδίκη ήταν προαποφασισμένη από τους Αρχιερείς, έπρεπε να υπάρξει και η νόμιμη έγκριση της από τον Πιλάτο. Ενώ ο Ιησούς ήταν στο Πραιτόριο, ο όχλος που είχε μαζευτεί από κάτω ζητούσε επίμονα τον θάνατο του. Ο Πόντιος Πιλάτος παρόλο που προσπάθησε να τον σώσει θέτοντας το ερώτημα: «Βαραβάν ή Χριστόν» δεν τα κατάφερε. Τότε θέλησε να απαλλαχτεί λέγοντας: «Νίπτω τας χείρας μου» και τέλος αποφασίστηκε η καταδίκη με τον Πιλάτο να παραδίδει τον Χριστό: «ίνα σταυρωθή» (Λουκ.19,16).
Τότε ο Ιησούς φορτωμένος με τον σταυρό, πέρασε από τους δρόμους της Ιερουσαλήμ για διαπόμπευση, οδηγούμενος στον λόφο του Γολγοθά όπου και θα τον σταύρωναν. Κουρασμένος από τα βασανιστήρια, δεν άντεξε και έπεσε στο δρόμο. Οι στρατιώτες ανέθεσαν στον Συμεών τον Κυρηναίο που περνούσε από το σημείο να τον βοηθήσει.
Φθάνοντας σταυρώθηκε από τους στρατιώτες και στη συνέχεια το ίδιο συνέβη και με δύο ληστές που τοποθετήθηκαν δίπλα του. Ο ένας εκ των δύο μετανοεί επάνω στον σταυρό και πήγε στον παράδεισο (Λουκ.23,40) – Σύμφωνα με την χριστιανική θρησκεία, ο ληστής ήταν ο πρώτος άνθρωπος που πέρασε από τις πύλες του παραδείσου.
Ενώ ο Ιησούς ήταν επάνω στον σταυρό ζήτησε από τον πατέρα του να τον συγχωρήσει διότι «ουκ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ.23,34). Τελικά «ην δεν ωσεί ώρα έκτη» (Λουκ.23,44) και ο Ιησούς «κράξας φωνή μεγάλη αφήκε το πνεύμα» (Ματθ.27,50).

Τα ευαγγέλια αναφέρουν ότι αμέσως συνέβησαν θαυμαστά φαινόμενα: «σκότος εγένετο εφ’ όλην την γην έως ώρας ενάτης, του ηλίου εκλείποντος» (Λουκ.23,44), «το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη εις δύο από άνωθεν έως κάτω, και η γη εσείσθη και αι πέτραιεσχίσθησαν, και τα μνημεία ανεώχθησαν και πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων ηγέρθη, και εξήλθον εις την αγίανπόλιν και ενεφανίσθησαν πολλοίς» (Ματθ.27,51-52).
Αντικρίζοντας τα όλα αυτά ο επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος «εκατόνταρχος και οι μετ’ αυτού τηρτούντες τον Ιησούν, ιδόντες τον σεισμόν και τα γινόμενα εφοβήθησαν σφόδρα λέγοντες΄ αληθώς Θεού υιός ην ούτος» (Ματθ.27,54). Το ίδιο «και πάντες οι συμπαραγενόμενοι όχλοι επί την θεωρίανταύτην, θεωρούντες τα γενόμενα, τύπτοντες εαυτών τα στήθη υπέστρεφον» (Λουκ.23,48).
Η λειτουργία των Μεγάλων Ωρών τελειώνει λίγο πριν τις 11 το πρωί και καθ’ όλη την διάρκεια της, πολλές γυναίκες σε μέρη της Ελλάδας μοιρολογούν και κλαίνε ενώ όσοι πάνε στην Εκκλησία προσκυνούνε τον Σταυρό.
Στη συνέχεια ψάλλετε ο Εσπερινός της Μεγάλης Παρασκευής και γίνεται η Αποκαθήλωση του Εσταυρωμένου. Ακολούθως, τοποθετείται στον επιτάφιο ένα ύφασμα, πάνω στο οποίο έχει κεντηθεί ή ζωγραφιστεί ο Ιησούς νεκρός.

 Ο Ορθρός του Μεγάλου Σαββάτου: Ότε κατήλθες προς τον θάνατον
Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής ψάλλετε ο Όρθρος του Μεγάλου Σαββάτου και η υμνολογία είναι σχετική με την ταφή του Ιησού από τον κρυφό του μαθητή, τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο, όπως επίσης και στην κάθοδο της ψυχής του στον Άδη.
Τα ευαγγέλια που διαβάζονται εξιστορούν ότι ο Ιησούς δεν μπορούσε να ταφεί επειδή ήταν Σάββατο και απαγορεύονταν οι κηδείες. Έτσι, ο Ιωσήφ ζήτησε άδεια από τον Πόντιο Πιλάτο για να πάρει το σώμα του και να το ενταφιάσει. Τελικά η άδεια του δόθηκε και ο ίδιος τύλιξε το σώμα του Ιησού με ένα σεντόνι και στη συνέχεια περιφέρθηκε στους δρόμους-γι αυτό γίνεται η περιφορά του Επιταφίου την Μεγάλη Παρασκευή.
Τα σχετικά τροπάρια που ακούγονται στην εκκλησία είναι: «Ο ευσχήμων Ιωσήφ…» και «Ότε κατήλθες προς τον θάνατον…».
Ο ευσχήμων Ιωσήφ
Ο ευσχήμων Ιωσήφ
από του ξύλου καθελών
το άχραντόν σου σώμα,
σινδώνι καθαρά
ειλήσας και αρώμασιν,
εν μνήματι καινώ
κηδεύσας απέθετο.
Ότε κατήλθες προς τον θάνατον
Ότε κατήλθες προς τον θάνατον, 
η ζωή η αθάνατος,
τότε τον άδην ενέκρωσας
τη αστραπή της Θεότητας•
ότε δε και τους τεθνεώτας
εκ των καταχθονίων ανέστησας,
πάσαι αι δυνάμεις
των επουρανίων εκραύγαζον•
Ζωοδότα Χριστέ
ο Θεός ημών, δόξα σοι.
Κατά την διάρκεια του Όρθρου της Μεγάλης Παρασκευής ακούγονται κάποια από τα πιο γνωστά και αγαπητά Εγκώμια-μικρά τροπάρια- αγνώστου ποιητή: «Η ζωή εν τάφω κατετέθης…», «Άξιον εστί…», «Αι γένεαι πάσαι…» και «Ω γλυκύ μου έαρ…».

Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ,

και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,

συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σην.

Άξιον εστί μεγαλύνειν σε των πάντων κτίστην•

τοις σοις γαρ παθήμασιν έχομεν

την απάθειαν, ρυσθέντες της φθοράς.

Αι γένεαι πάσαι

ύμνον τη ταφή σου

προσφέρουσι, Χριστέ μου.



Ω γλυκύ μου έαρ,

γλυκύτατον μου τέκνον,

που έδυ σου το κάλλος;
Έπειτα γίνεται η περιφορά του επιταφίου στους δρόμους και μετά την επάνοδο του διαβάζεται στη εκκλησία περικοπή από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου.
Οι Αρχιερείς και οι Φαρισαίοι διαμαρτυρήθηκαν στον Πόντιο Πιλάτο μετά από την άδεια που έδωσε για να ενταφιαστεί ο Χριστός και του ζητούν να σφραγιστεί ο τάφος επειδή φοβούνται μήπως οι μαθητές κλέψουν το σώμα και πουν ψέματα πως ο Ιησούς αναστήθηκε:
«κέλευσονασφαλισθήναι τον τάφονεως τρίτης ημέρας, μήποτε ελθόντες οι μαθηταί αυτού νυκτός κλέψωσιν αυτόν και είπωσι τω λαώ, ηγέρθη από των νεκρών΄ και έσται η εσχάτη πκλάνηχείρων της πρώτης» (Ματθ.27,64).
πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια