*-*

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Ο τσάμικος χορός είναι γιά τούς λεβέντες.


Ο τσάμικος χορός

Αν το ευαγγέλιο είναι η βίβλος του Θεού, το δημοτικό τραγούδι και χορός είναι η βίβλος του λαού, και ιδιαίτερα της Ρούμελης. Ο Τσάμικος χορός, πατρίδα και μητρόπολή του έχει τη Ρούμελη. Το δημοτικό τραγούδι, το κλέφτικο τραγούδι και οι δημοτικοί χοροί θέρμαιναν την ψυχή του λαού, του Ρωμιού και του Ρουμελιώτη, και ήταν όχι μόνο χαρά του αλλά και εφαλτήριο της λευτεριάς. Με τα τραγούδια της λεβεντιάς και παλληκαριάς και τους χορούς τούς αρρενωπούς, τους Τσάμικους χορούς, διαπλάστηκε η αγνότητα της ρουμελιώτικης ψυχής, "Ενας λεβέντης χόρευε σε μαρμαρένια αλώνια". Το μεγαλύτερο δώρο που έκαμε ο Δημιουργός στη Ρούμελη είναι ο ψυχικός της κόσμος και η λεβεντιά που αποτυπώνεται με παντοίους τρόπους, αλλά και με τον Τσάμικο χορό. Είναι ο κατ' εξοχήν ανδρικός και γυναικείος χορός στη Ρούμελη, ο πατριάρχης των χορών.



 


Κατά μία δοξασία είναι χορός της ελληνικής Τσαμουργιάς. Οπως πολλά τραγούδια και χοροί δεν μένουν στάσιμα, έφθασε στη Ρούμελη κι εκεί καλλιεργήθηκε και τελειοποιήθηκε. Δεν είναι όμως έτσι κατά την ταπεινή μου γνώμη, γιατί ο ηπειρωτικός χορός και κατ' επέκταση ο βορειοηπειρώτικος χορός είναι μεν αργός, δεν είναι όμως όπως ο Τσάμικος χορός της Ρούμελης. Διαφέρουν τα ηπειρώτικα και βορειοηπειρώτικα τραγούδια από τα ρουμελιώτικα, όπως και οι χοροί. Ακόμα και το μωραϊτικο Τσάμικο διαφέρει από το ρουμελιώτικο, που είναι πολύ αργό. Το μωραϊτικο είναι πιο γρήγορο και πηδηχτό από το ρουμελιώτικο, που είναι ο αρχιερέας των χορών.
Ο χορός λέγεται ατόφια και ξεκάθαρα Τσάμικος και είναι από το τσάμης. Στη Ρούμελη κυκλοφορεί ευρέως η λέξη τσάμης, τα δε παιδιά του τσάμη αποκαλούνται τσαμόπουλα. Τσάμη λέγοντας στη Ρούμελη νοούμε τον λεβέντη με το λεβέντικο παράστημα, τον άψογο σε εμφάνιση και συμπεριφορά, τον τέλειο άντρα που χαίρεσαι να τον βλέπεις και να τον καμαρώνεις. Η λεβεντογέννα Ρούμελη τέτοιους γεννάει και εκτρέφει, τους λέμε τσάμηδες και καπεταναίους και τα παιδιά τους τσαμόπουλα και καπετανόπουλα για έμφαση.
Αυτούς τους τσάμηδες τους λεβέντες και τα τσαμόπουλα ο λαός μας τά 'καμε τραγούδι και το τραγούδι αυτό είναι ρουμελιώτκο και το τραγουδούν οι Ρουμελιώτες από τα κατάβαθα της ψυχής τους, το τραγουδούν και σαν καθιστικό τραγούδι, αλλά κυρίως σαν χοροτράγουδο γλυκόηχο και το χορεύουν διαλεχτοί χορευταράδες γιατί θέλει χορό στο τσακ όπως λέμε στη Ρούμελη, που σημαίνει στην τελειότητα, στην πέννα που λέμε.

 




Το τραγούδι αυτό χορεύεται στης νύφης το σπίτι από το συμπεθερικό που πηγαίνει με καβαλλαρία τους συμπεθέρους να πάρουν τη νύφη από κάποιο γειτονικό χωριό ή και από κάποια γειτονιά του ίδιου χωριού. Αλλά απαραίτητα τραγουδιέται το τραγούδι αυτό όταν ξεκινούν οι συμπεθέροι από το σπίτι του γαμπρού να παν να πάρουν τη νύφη. Θα ακουστεί απαραίτητα και πάλι σαν φθάσουν στο σπίτι της νύφης και θα χορευτεί. Είναι μια προειδοποίηση για το σκοπό που πήγαν στο σπίτι της νύφης, κάτι παρόμοιο με το τραγούδι του αποχωρισμού της νύφης: "Μια Παρασκευή κι ένα Σαββάτο βράδυ, μάνα μ' έδιωχνε...".
Και να ποιο είναι το τραγούδι για τα τσιαμόπουλα και τα καπετανόπουλα:
Κίνησαν τα τσαμόπουλα και τα καπετανόπουλα
και παν στην πέρα γειτονιά πούν' τα κορίτσια τα καλά.
Κι έπιασε μια ψιλή βροχή και μια μεγάλη ταραχή
μουσκέψαν τα τσαμόπουλα και τα καπετανόπουλα...".
Ο Τσάμικος χορός είναι ρουμελιώτικος χορός, χορεύεται με μεγαλοπρέπεια στη Ρούμελη, κατά κανόνα ως πρωτοχορός κι ύστερα θα ακολουθήσει άλλος χορός, Συρτός, Καλαματιανός, Συρτοκαλαματιανός, Περάτης, ή όποιος άλλος χορός. Γνώρισμα του Τσάμικου χορού είναι ο αργός ρυθμός, η τέχνη και η λεβεντιά του χορευτή που το χορεύει, και κατά κανόνα τον χορεύουν λεβέντες και τεχνίτες του χορού.
Ο Τσάμικος χορός χορεύεται σε όλα τα διαμερίσματα της χώρας, σποραδικά όμως και όχι κατά κανόνα όπως στη Ρούμελη, όπου υπήρχε και παραδειγματική τάξη στο χορό. Πρώτα άνοιγαν το χορό οι παπάδες του χωριού και όσοι έρχονταν από άλλα χωριά, ακολουθούσαν οι γεροντότεροι, έποντο οι ξένοι, ενώ όλοι οι άλλοι άντρες και γυναίκες ακολουθούσαν. Κανείς δεν διενοείτο να παραβιάσει την αράδα, τη σειρά. Τα τραγούδια που θα χόρευαν ήταν γνωστά και στερεότυπα: ένα Τσάμικο και ένα Συρτό ή Καλαματιανό. Ολοι τότε ήξεραν χορό στο χωριό και χόρευαν όλους τους χορούς.

 




Εδώ σ' αυτόν τον περιβόητο Τσάμικο χορό συμβαίνει να περιπλέκεται στη λέξη τσάμης και τσαμόπουλα, όπως είδαμε παραπάνω, και το όνομα "Τσαμ Καλόγηρος". Το όνομα του κλεφταρματολού Τσαμ Καλόγηρου ήταν Χρήστος και το επώνυμο Καλόγηρος, δεν πρόκειται περί μοναχού, καλόγηρου. Η καταγωγή του ήταν από το χωριό Βελλιανοί της περιοχής Παραμυθιάς. Η περιοχή λεγόταν Τσαμουργιά, καθαρώς ελληνική. Ο Τσαμ Καλόγηρος αγωνίστηκε υπό τον Γ. Αντρούτσο στα Ορλοφικά το 1770 και ύστερα σχημάτισε δικό του νταϊφά με βάση τα Βαρδούσια, τη Γκιώνα και τα ρουμελιώτικα βουνά. Στη μάχη της Ζελίστας (Κράβαρα) τραυματίστηκε. Υπάρχει και τοποθεσία "Τα ταμπούρια του Τσαμ Καλόγηρου". Ο Τσαμ Καλόγηρος ήταν τρομερός τουρκομάχος και αλβανομάχος, καταπολέμησε και τους δυό αυτούς λαούς που επεβουλεύοντο τη χώρα μας.






Στη Ρούμελη θα βρεις τον Τσάμικο χορό ατόφιο και τελειοποιημένο, χωρίς καμιά παρεκτροπή. Θέλει τεχνίτη χορευτή, ρυθμό και βηματισμό στο μέτρο του χορού, ακόμα και στα τσιλιμάκια, τις φιγούρες, κι αυτά γίνονται με ρυθμό και μέτρο και δείχνουν τη λεβεντιά του άντρα χορευτή που πατάει και τρέμει η γη, τη λυγεράδα, τη σεμνότητα και την ευπρέπεια της γυναίκας όταν πρωτοχορεύτρια είναι γυναίκα.
Τον Τσάμικο χορό, είτε άντρας είτε γυναίκα τον χορεύει, τον διακρίνει μια ψυχική ευαισθησία, ένα απόσταγμα του παλμού της καρδιάς και γι' αυτό δεν σηκώνει ούτε παραποίηση ή παραμόρφωση καμία, είναι περίτεχνος χορός και έχει δικό του κώδικα. Ο χορευτής αργοπατάει ρυθμικά, το κάθε βήμα του είναι τόσο ρυθμισμένο χρονικά σαν να πέφτουν σταγόνες νερού στην κλεψύδρα.
Ο χορός είναι έκφραση των ψυχικών συναισθημάτων και τόσο αγάπησε ο λαός μας το χορό, αφού και θεά του χορού είχαμε, την Τερψιχόρη, θυγατέρα του Δία και της Μνημοσύνης. Μη λησμονούμε ακόμα ότι οι χοροί στα πανηγύρια γινόταν σε ανοιχτούς χώρους, στην πλατεία, όπου οι χορευτές τελούσαν υπό την αυστηρή κρίση των θεατών και ιδιαίτερα των γεροντοτέρων. Μη λησμονούμε ότι οι πολλοί χορευτές ήταν νέοι και απέβλεπαν σε γάμο, τούτο είναι πασίγνωστο, αφού και τραγούδι έγινε ο πόθος και η επιδίωξη αυτή: "Θα βγώ στη ρούγα για γαμπρός, στη γειτονιά για νύφη".


 




Στη Ρούμελη αυτοί οι λεβέντες, οι τσάμηδες και τα τσαμόπουλα, με την κορμοστασιά τους και τη λεβεντιά τους κατείχαν μια σπουδαία θέση, ήταν το καμάρι της Ρούμελης, τους καμαρώναμε όπως καμαρώνουμε και τους τσολιάδες σήμερα ακόμη στον Τσάμικο χορό.
Ξηροτύρης, Ζάχος: "Ο τσάμικος χορός", Παράδοση και Τέχνη 052, σελ. 11-12, Αθήνα, Δ.Ο.Λ.Τ., Ιούλιος-Αύγουστος 2000. 

Ζάχος Ξηροτύρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια