Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

H βρύση στην ποίηση και στο δημοτικό μας τραγούδι


¨Η Πηγή"     Ζωγραφικό έργο τής Σοφίας Βλάχου.
-
(σταχυολογήματα)Από την Αρτάνη

- Οι Προγονοί μας πάντοτε έδιναν μεγάλη σημασία και αξία στο νερό,
(νεαρόν ύδωρ > φρέσκο ύδωρ > νερό). Το είχαν Θεοποιήσει!!!. Ο Σοφός Θαλής φιλοσόφησε με βάση το «Θείο ύδωρ». Ο Εμπεδοκλής, μάλιστα, και ένας άλλος σοφός, ο Ίππων, δογμάτιζαν ότι η Ψυχή του ανθρώπου πήρε τη γένεσή της από το νερό, ο δε ποιητής Ασκραίος διατύπωσε: «άριστον μεν ύδωρ, ο δε χρυσός αιθόμενον ύδωρ».
Η χρησιμότητα της πηγής και της βρύσης δεν ήταν για πόση και πλύση μόνο, αλλά και τόπος συναντήσεων τών ανθρώπων. Οι Κορίνθιοι πνευματικοί άνθρωποι στην Κρήνη της Πειρήνης φιλοσοφούσαν, στη βρύση αυτή που πήρε το όνομα της από τα δάκρυα της Πειρήνης για τον πρόωρο θάνατο του γιου της…

Την παράδοση αυτή της φιλοσοφίας και διδασκαλίας την έχει απαθανατίσει ο ποιητής Ευριπίδης με τους στίχους του «διδάσκειν σοφόν αμφί Πει­ρήνης ύδωρ». Μα οι βρύσες - κρήνες - δεν ήταν για τους σοφούς μόνο, αλλά και για τον Λαό. Το νερό είναι πηγή ζωής και προσωποποίηση της αφθονίας και του αστείρευτου πλούτου…


Γι' αυτό και όλοι οι δρόμοι των χωριών είναι έτσι χαραγμένοι που να οδηγούν στη βρύση, το ίδιο στον κάμπο, το ίδιο και στο βουνό, όλα τα δρομάκια οδηγούν σε κάποια βρύση, στο θεμέλιο κάθε δραστηριότητας που παίζει πρωταρχικό ρόλο στη

Ζωή…

Για το χωριό η βρύση, εκτός των άλλων, είναι τόπος συνάντησης ιδίως για τους νέους.

«Κι αν πάς Μαλάμω μ' για νερό
και ΄γω στη βρύση καρτερώ...»
Κι όταν η μοίρα το φέρει και ξενιτευτεί ο νιός, άχαρος μένει ο τόπος για τις νιές:
«πάν’ τα κορίτσια για νερό,
βρίσκουν τον τόπο αδειανό»
.


Μόνο στην ξενιτιά δεν υπάρχουν τέτοιες βρύσες, μας το λέει ο ποιητής:

..δεν θα ιδείς εκεί περίλυπε διαβάτη
να τραγουδάει το κρυσταλλένιο μας νερό...

Αυτό το κελάρυσμα, το τραγούδι της πηγής, τραγούδησε και ο Θεόκριτος στα «Ειδύλλια» του. Για τους νέους η βρύση στάθηκε κάποιο ορόσημο για την αγάπη και τον έρωτα. Η νιότη νιώθει αλλιώς τη ζωή και στο περιβόλι της ψυχής του νέου, ριζώνει εύκολα η αγάπη, ο έρωτας.

«Πήγα στη βρύση κι έκατσα μ' ένα λαμπρό φεγγάρι,
δεν είδα την αγάπη μου νερό να ρθεί να πάρει.
Και χθες την είδα στο χορό που χόρευε μπροστά μου
και μια φορά απ' τις πολλές που διάβαινε μπροστά μου,
ανοίγει τα χειλάκια της και σιγανά μου λέει:
απόψε στην κρυόβρυση θα 'ρθώ ν’ ανταμωθούμε»


Όπως χαρούμενα και τραγουδιστό τρέχει το νεράκι της βρύσης, έτσι οι νιές χαρούμενες θα πάνε στη βρύση γιατί ο νιός τις καρτερεί σιγοτραγουδώντας:

«ποιός είδε ήλιο αποβραδίς
κι αστρί το μεσημέρι,
ποιός είδε κόρη ανύπαντρη
στη βρύση να γεμίζει»
Την αναζητάει τη βρύση και η κόρη, και παρακαλεί τη Μάνα της να τη στείλει για κρύο νερό:
«στείλε με Μάνα μ' για νερό
και θα το φέρω δροσερό
κι αν δε το φέρω δροσερό
τα μάτια μου να μη χαρώ»


Έχει τον σκοπό της η κόρη γιατί κι ο νιός εκεί παραφυλάει:

«Απόψε παραμόνευα
μ' ένα λαμπρό φεγγάρι
για να περάσει η αγάπη μου,
νερό να πάει να πάρει».
Ξέρει κι ο νιός πού πάει η αγάπη του.
“Παν τα πουλάκια στις βοσκές
κι η αγάπη μου στη βρύση”…


… και ακόμη:

Βρύση μου Πετρεκάμαρη
και με το κρύο σου το νερό,
βρύση μ, κι αν έρθει η αγάπη μου,
κι αν έρθει η καλούδα μου,
να της θολώσεις το νερό
να την αργοπορήσετε….
-Δεν ξέρω ποια είναι η αγάπη σου
Και ποια είναι η καλούδα σου!!.
-Φορεί γιορντάνι στο λαιμό,
Χρυσή κορδέλα στα μαλλιά!!.

Εκεί κι ο ξενιτεμένος θα την περιμένει να της ζητήσει νερό:
«Σαράντα τάσια μού ΄δωσε
στα μάτια δεν την είδα,
κι απάνω στα σαράντα δυο
γυρίζει και την βλέπω».


Κι ακόμη:

- Ένα νερό κυρά- Βαγγελιώ
ένα νερό γκρεμίζεται, από πούθε κατεβαίνει;
Βαγγελιώ μου παινεμένη !
-Απ το γκρεμό κυρά - Βαγγελιώ
απ το γκρεμό γκρεμίζεται
και σε περιβόλι μπαίνει,
Βαγγελιώ μου παινεμένη..."

….θα τραγουδήσει ο περιβολάρης.

Μιλάει το νερό στη βρύση με τη δική του γλώσσα και γλυκοχαιρετάει με το κελάρυσμα του. Το νερό της βρύσης είναι ποίηση. Ποιός ποιητής, ποιός μουσικός, με ποιές λέξεις θα σου τραγουδήσει το τραγούδι της βρύσης; Ποιός ζωγράφος και με τι χρώματα θα ζωγραφίσει τη μαγεία της αδιάκοπης τραγουδίστρας βρύσης;

Ζωοδότρα η βρύση, μάζευε ο άνθρωπος κάθε δάκρυ της γης και το 'κανε βρύση, το διοχέτευε σε μια ξύλινη ή πέτρινη κούπα, φύτευε κάποιο δεντράκι -αν δεν υπήρχε- και με τη σκιά των δέντρων και τη δροσιά της βρύσης έκανε την ερημιά, όαση!!!. Πόσες φορές διψασμένοι δουλευτές, εργάτες, ξυλοκόποι, στρατοκόποι και διαβάτες, στη φλόγα του καλοκαιριού δεν έσβησαν τη κάψα τους με γάργαρο νεράκι μιας ξύλινης ή από φλούδα ελάτου, ταπεινής βρυσούλας που την ανακάλυψε στο δάσος από το μουρμουρητό της τραγούδι. Και εκείνη η ταπεινή θα του ΄πει:

«Διαβάτη πιέστο χορταστά
το δροσερό νερό μου,
και γείρε να ξεκουραστείς
στον ίσκιο τον δικό μου»


Πόσο αξίζει το νερό της; Περισσότερο από χρυσάφι!. Ποιός δεν αλλάζει τον χρυσό με δυο σταγόνες νερό να σβήσει τη δίψα του στην ερημιά; Δεν είχε άδικο ο διψασμένος Μουσουλμάνος, όπως μας λέει ο μύθος, που έριξε τον κουβά του στο πηγάδι και έπιασε το χρυσάφι, τον αδειάζει και τον ξαναδειάζει και τον ξαναρίχνει ώσπου έπιασε νερό, ήπιε κι ευχαρίστησε τον Αλλάχ.


Γραφικές ήταν οι βρύσες του χωριού πριν σωληνωθεί το νερό και το χώσουμε μέσα σε άχαρους τσιμεντένιους τοίχους και σε μολυβένιους πλαστικούς και λαστιχένιους σωλήνες. Λίγες, ελάχιστες απόμειναν ακόμη απλές, καλοπελεκημένες ξύλινες και πέτρινες ομορφοπελεκημένες, σωστά μαρμαρένια καλλιτεχνήματα.


Η βρύση στο χωριό είναι κάτι το ξέχωρο, είναι χτισμένη με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική και με τα καλύτερα πετρομάρμαρα, του πελεκητή καμάρι και του χωριού στολίδι. Γραφική η βρύση του χωριού, πότε μόνη της τραγουδάει με το τρεχούμενο νεράκι που αναβλύζει από τα σπλάχνα της Γης, πότε δυό - δυό οι κούπες, πότε τρείς και πέντε και πότε εφτά μαζί, μα κάθε μια με το δικό της τραγούδι και τους δικούς της μύθους και θρύλους.

Εκεί κοπέλες λυγερές, ψηλές, λιγνές, κοντούλες και γιομάτες, με λαμπαδοχυμένη μέση, γαϊτανοφρύδες και μαυρομάτες κι άλλες ξανθές με χρυσανθένιες πλεξούδες, Μούσες, Νεράϊδες και Θεές μαζί.

Νεράϊδες σωστές, κατηφόριζαν στη βρύση με ελαφιού σβελτάδα. Άλλες με τη βαρέλα και το καδί στον ώμο κι άλλες με μπόγο μαλλιά και ρούχα πλεκτά και υφαντά για πλύσιμο, όπως τις είδε ο ποιητής να πλένουν, να λευκαίνουν στα κρύα νερά, στού ήλιου τις αχτίδες και τις τραγούδησε:

“Αχολογάει η ρεματιά
λαμποκοπούν οι βρύσες
και πλένουν και λευκαίνουνε
στα κρύα τα νερά,
του ήλιου τις χρυσές αχτίδες”

Η βρύση δεν είναι μόνο το « λάλον ύδωρ » μας, της Κασταλίας πηγής, αλλά ζωή για κάθε ζωντανό και ποίηση και τραγούδι…και..Χαρά!
Κι όλα αυτά και άλλα πολλά, πριν κάμποσα χρόνια, ωσάν όνειρο και γλυκό παραμύθι, πριν έρθει ο καρνάβαλος οδοστρωτήρας της ανάποδης καί αντίστροφης εξέλιξης (εξ-έλικος > Ελικών;) με τις πλανεύτρες και δολερές πατούσες του, τις τσαλακώσει κι αυτές και πέσουν θύματα του πλαστικού μας δανειοσυντήρητου ευδαιμονισμού, της απληστίας, της τροφονοθείας, της αδιαφορίας μας, της εκμετάλλευσης, της εμφιάλωσης, της άγριας εμπορευματοποίησης και φορολόγησης 23%!!!!! της καταπάτησης κάθε φυσικής και φυσιολογικής δραστηριότητάς μας.

Μια ματιά αδογμάτιστη χωρίς φόβο, προκατάληψη και πάθος τούτη την εποχή, καθώς φθίνει και «πενθεί» η Μάνα φύση, είναι αρκετή για των λόγων το αληθές.-


‘Αρτάνη

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Η ανάγκη για το μικρό μας περιβόλι


Στις μεγάλες κοινωνικές κρίσεις περιμένουμε εύλογα από τους αρμόδιους φορείς να πάρουν κάποια μέτρα που θα δώσουν λύση στο πρόβλημα. Αν, όμως, τα μέτρα αυτά δεν λαμβάνονται ή αν αργούν να αποδώσουν ή αν λαμβάνονται λάθος μέτρα, τότε το άτομο τι κάνει; Δεν μπορεί να περιμένουμε μοιρολατρικά την εξαθλίωση. Πέρα από την ανάγκη συμβολής μας στην συλλογική επίλυση των προβλημάτων, είναι ζωτική ανάγκη –και μπορούμε- να αντιδράσουμε και να δράσουμε και ατομικά. Το κείμενο που ακολουθεί μας ενημερώνει για μια από τις μορφές που πήρε στη Γαλλία και σε άλλες χώρες η ατομική "αντίσταση" στην φτώχεια και στην πείνα: Είναι οι ιδιωτικοί λαχανόκηποι. 

 
Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Τα Νέα», το 70% των κατοίκων της Γαλλίας έχει πρόσβαση σε κήπο και αν μέχρι τώρα οι Γάλλοι φύτευαν σε αυτούς από μεράκι λίγα ζαρζαβατικά, τώρα πλέον τους έχουν μετατρέψει σε φυτώρια. Ιδιαίτερα στα βόρεια και τα νοτιοανατολικά περίχωρα οι καλλωπιστικοί κήποι και το γκαζόν ξηλώνονται για να δώσουν την θέση τους σε λαχανόκηπους και οπωροφόρα δέντρα. Τα φρούτα και τα λαχανικά καλλιεργούνται για ιδιωτική χρήση και ό, τι περισσεύει καταψύχεται και κονσερβοποιείται από τους ίδιους. Μάλιστα, σε πολλές περιοχές της γαλλικής επαρχίας αυτοί οι οικογενειακοί κήποι έχουν γίνει λαϊκές αγορές, όπου το μέσον συναλλαγής δεν είναι το χρήμα αλλά η ανταλλαγή των προϊόντων μεταξύ των γειτόνων, πράγμα που ζωντανεύει επίσης τις ανθρώπινες σχέσεις μεταξύ τους. Αυτή την χρονιά η παραγωγή της ντομάτας για ιδιωτική κατανάλωση έφτασε τους 100.000 τόνους – ποσότητα που ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες των ειδικών. Αυτός αποτελεί έναν τρόπο για τους Γάλλους να αυξήσουν την αγοραστική τους δύναμη, καθώς όχι μόνον ο φτωχός αδυνατεί να τα βγάλει πέρα οικονομικά, αλλά και η μεσαία τάξη έχει δεχτεί τις συνέπειες της ανεργίας, της προσωρινής εργασίας και της ακρίβειας.
 
Εκτός όμως από την Γαλλία, πολλές χώρες, έχουν στραφεί σε αυτήν την τακτική όχι μόνον λόγω της ακρίβειας αλλά και των διατροφικών σκανδάλων και φυτοφαρμάκων που μας απειλούν. Ήδη και στις γειτονιές της Αθήνας σε πολλά μπαλκόνια και κήπους οι νοικοκυραίοι έχουν τοποθετήσει ζαρντινιέρες όπου καλλιεργούν τα εποχικά ζαρζαβατικά και αυτό αποτελεί μια σύγχρονη τάση. Η απειλή της καταστροφής του περιβάλλοντος έχει ευαισθητοποιήσει πολλά αστικά νοικοκυριά στην κατανάλωση αγαθών ιδίας παραγωγής και μάλιστα εάν πρόκειται για μπαλκόνια ο όρος που χρησιμοποιείται στην Βρετανία,  είναι «kitchen gardening», (κηπουρική κουζίνας), ενώ εάν πρόκειται για κήπο, ο όρος που χρησιμοποιείται είναι «edible garden» , (φαγώσιμος κήπος). Αυτή η συνήθεια ξεκίνησε  μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Βρετανία, την Αυστρία και την Γερμανία καθώς οι κυβερνήσεις τους παραχώρησαν σε οικογένειες εκτάσεις των 15-20 τ.μ. προς καλλιέργεια για τις προσωπικές τους ανάγκες και την καταπολέμηση της πείνας και της φτώχειας. Η συνήθεια αυτή επεκτάθηκε σιγά σιγά και στα σπίτια.  Το ίδιο συνέβη και στην Ρωσία και το φαινόμενο σήμερα αντί να σβήνει  αναζωπυρώνεται από τις νεότερες γενιές  και επεκτείνεται στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες ως αναγκαιότητα.
 
Η δημιουργία μιας οικιακής καλλιέργειας είναι μια εύκολη υπόθεση ακόμα και σε ζαρντινιέρες, αν κανείς δεν διαθέτει μερικά τετραγωνικά γης. Πολύ εύκολα στην καλλιέργειά τους είναι οι πιπεριές, τα μαρούλια, ο άνηθος, το σέλινο και όλα τα μυρωδικά, τα κρεμμύδια, τα σκόρδα, η ρόκα, τα σέσκουλα, οι ντομάτες, τα κολοκύθια και πολλά άλλα. Ακόμα και μια λεμονιά ή μια ροδιά  μπορεί να καλλιεργηθεί σε ένα μπαλκόνι. Ιδιαίτερα αυτή την εποχή μπορούμε να  φυτέψουμε ραδίκια, ρόκα, σπανάκι, μαϊντανό, σκόρδα και μαρούλια. Κάθε εποχή θέλει τα δικά της. Στα βιβλιοπωλεία αλλά και στο διαδίκτυο μπορούμε να αναζητήσουμε πολλές πληροφορίες για την καλλιέργεια όλων αυτών, που όχι μόνο θα καλύψουν τις οικιακές μας ανάγκες σε τροφή ποιοτική και θα κάνουν οικονομία στο πορτοφόλι μας,  αλλά επίσης – και αυτό είναι πολύ σημαντικό για την εποχή που ζούμε και ιδιαίτερα αν ζούμε σε  αστικό κέντρο -  η ενασχόληση με το μικρό περιβόλι μας στην αυλή ή στο μπαλκόνι μας θα αποτελέσει  ψυχαγωγία πραγματική και  αντιστρεσσογόνα. Θα αφυπνίσει μέσα  μας μνήμες ξεχασμένες από καιρό, θα δούμε χρώματα, θα μυρίσουμε αρώματα,  θα μας  φέρει σε επαφή με την γη και το χώμα, τον αέρα, τον ήλιο, το νερό, θα αναγκαστούμε να νοιαστούμε για αυτό που φροντίζουμε, θα το αγαπήσουμε, κοντολογίς θα αφυπνίσει και τις αισθήσεις μας. Η φύση μετά θα κάνει αυτό που ξέρει καλά: θα μας δώσει τους καρπούς της απλόχερα.

 Αν. Γιαννοπούλου  Λ.Κ.  

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΥ

Η καλλιέργεια του καπνού, ήταν πολύ διαδεδομένη στην περιοχή της Ξάνθης. Η πολύ αρωματική ποικιλία του καπνού «μπασμάς», υπήρξε και είναι ακόμη και σήμερα περιζήτητη από τις καπνοβιομηχανίες ώστε να αρωματίσουν τα χαρμάνια τους. Έτσι η καλλιέργεια του μπασμά, αποτέλεσε τη βασική ενασχόληση των κατοίκων και βοήθησε σημαντικά στην επιβίωση και στην ανάπτυξη του χωριού. Τα χρήματα από την πώληση του καπνού, τους εξασφάλιζαν όλα τα είδη πρώτης ανάγκης ή και τη δυνατότητα να αγοράσουν επιπλέον ζώα και χωράφια. Δυστυχώς όμως αυτά τα χρήματα έβγαιναν με πάρα πολύ κόπο και με τη συμμετοχή στην παραγωγική διαδικασία, ολόκληρης της οικογένειας από τα μικρά παιδιά μέχρι και τους ηλικιωμένους. Τα μέσα καλλιέργειας και επεξεργασίας ήταν πρωτόγονα και η κοπιαστική ενασχόληση με τον καπνό διαρκούσε όλο το χρόνο.


Αρχικά, στο τελευταίο δεκαήμερο του Μαρτίου έσπερναν το σπόρο του καπνού σε ειδικά διαμορφωμένο έδαφος, ώστε να γίνουν τα φυτά. Η φροντίδα των φυτών έτσι ώστε να γίνουν κατάλληλα για τη μεταφύτευσή τους, ήταν καθημερινή με πότισμα και ξεβοτάνισμα. Απαιτούσε πολύ προσοχή και κόπο, η σωστή διαμόρφωση του εδάφους και η φροντίδα των φυτών, έτσι ώστε να μη σαπίσουν και να φτάσουν στο κατάλληλο μέγεθος.




Παράλληλα, προετοιμαζόταν το καπνοχώραφο. Το χώμα έπρεπε να είναι πολύ αφράτο και για να γίνει αυτό, απαιτούνταν όργωμα (που γινόταν με τα ζευγάρια και το αλέτρι) αρκετές φορές από το φθινόπωρο μέχρι την άνοιξη. Πριν γίνει η μεταφύτευση, οργωνόταν πάλι και μετά γινόταν το «σβάρνισμα», με τα ζώα και τη σβάρνα, που κατασκεύαζαν με ξύλα και κλαδιά, η οποία έσιαζε το χώμα. Πάνω στη σβάρνα χρειαζόταν να ανέβει ο αγρότης και πολλές φορές και κάποιο από τα παιδιά του για να έχουν το απαραίτητο βάρος ώστε να πατηθεί καλά το χώμα. Αυτό ήταν και το μόνο στάδιο που απολάμβαναν τα παιδιά, που το έβλεπαν σαν παιχνίδι και το διασκέδαζαν όταν τους έσερναν μέσα στο χωράφι τα ζώα. Βλέπετε τότε ούτε παιχνίδια, ούτε ποδήλατα υπήρχαν για να παίξουν τα παιδιά και ότι δεν ήταν κοπιαστικό το είχαμε για παιχνίδι.

Αμέσως μετά το πανηγύρι της εκκλησίας μας στις 21 Μαΐου, συνήθως άρχιζε η φυτεία. Ξεκινούσαν νωρίς το πρωί και αφού πότιζαν τα φυτά και μαλάκωνε το χώμα, ξερίζωναν με προσοχή όσα θα μπορούσαν να φυτέψουν καθημερινά. Τα τοποθετούσαν σε κοφίνια και τα κουβαλούσαν στο καπνοχώραφο. Εκεί με τα χέρια και το φυτευτίρι έβαζαν στο χώμα, ένα ένα όλα τα φυτά. Ήταν η πιο δύσκολη δουλειά. Κάποιος από την οικογένεια, φρόντιζε το πότισμα των μεταφυτευθέντων φυτών και κουβαλούσε νερό , συνήθως από μακριά, και τα πότιζε προσεκτικά ένα ένα, ώστε να μην ξεραθούν. Δούλευαν ασταμάτητα έως το βράδυ και αυτό συνεχιζόταν καθημερινά μέχρι να τελειώσει το φύτεμα όλου του χωραφιού ή να έρθει η 30η Ιουνίου, που τελείωνε η περίοδος της φυτείας.

Στο μεταξύ, όσα καπνά είχαν φυτέψει αρχικά, είχαν ήδη μεγαλώσει και χρειαζόταν τσάπισμα για να κοπούν τα αγριόχορτα και να αναπτυχθούν σωστά. Ξεκινούσαν λοιπόν το τσάπισμα , το οποίο διαρκούσε συνήθως από μία έως δύο εβδομάδες. Τα καπνά ήταν πλέον σε ύψος περίπου μισού μέτρου και μπορούσε να ξεκινήσει η συγκομιδή.

Για να είναι εφικτή η συγκομιδή, χρειάζονταν τα φύλλα του καπνού να διατηρούν ορισμένη υγρασία. Μέσα στο κατακαλόκαιρο, μόνο τη νύχτα μπορούσαν να το επιτύχουν αυτό. Έτσι λοιπόν, ξεκινούσαν από τις μία μετά τα μεσάνυχτα και με το φως των φαναριών και των λουξ (πολύ πιο φωτεινά από τα απλά φανάρια), και άρχιζαν τη δουλειά μέσα στη νύχτα. Όλος ο κάμπος της Ξάνθης φεγγοβολούσε από τα λουξ, κανένα χωριό δεν κοιμόταν αμέριμνο, όλοι ήταν στα χωράφια και μάζευαν φύλλο φύλλο τον πολύτιμο καπνό, μέχρι να βγει ο ήλιος που μάραινε τα φύλλα και έτσι μετά τις 9 το πρωί αναγκάζονταν να σταματήσουν.

Η συγκομιδή γινόταν σε πέντε στάδια (χέρια). Οι αγρότες αποσπούσαν (έσπαζαν) από τα καπνόφυτα τα φύλλα του καπνού που ήταν ώριμα, δηλαδή κιτρίνιζαν ελαφρά. Η σταδιακή ωρίμανση των φύλλων, επέβαλε το «σπάσιμο» (όπως έλεγαν τη συγκομιδή), να γίνεται σε πέντε «χέρια»: το πρώτο ή πατόφυλλα, το δεύτερο ή μάνα με τα μεγαλύτερα σε μέγεθος φύλλα, το τρίτο ή κουβαλαμά, το τέταρτο ή ούτσαλντι και τέλος το πέμπτο ή ούτσια που ήταν πολύ μικρά φυλλαράκια κοντά στην κορυφή του φυτού εξαιρετικής ποιότητας και με έντονο άρωμα. Τα φύλλα στοιβάζονταν με τη σειρά στα κοφίνια και μεταφέρονταν στο σπίτι.

Παρόλο που ήταν ξάγρυπνοι και κατάκοποι, στο σπίτι τους περίμενε επιπλέον δουλειά. Τα φύλλα έπρεπε να ξεραθούν στον ήλιο κρεμασμένα από σχοινιά. Για να περαστούν τα φύλλα στα σχοινιά, χρησιμοποιούσαν μεγάλες μεταλλικές βελόνες μήκους περίπου μισού μέτρου, με τις οποίες τρυπούσαν ένα ένα τα φύλλα. Στο μάτι της βελόνας περνούσαν σπάγκο, στον οποίο κατέληγαν τα τρυπημένα φύλλα και έτσι έφτιαχναν τα «ράμματα» ή «βέργες» που ήταν σπάγκοι μήκους 2-4 μέτρων με περασμένα φύλλα καπνού. Αυτά τα «ράμματα» τα εξέθεταν στον ήλιο για μέρες κρεμασμένα σε ξύλινα τελάρα (τις ράμκες ή λιάστρες), τις οποίες κουβαλούσαν μέσα έξω τα βράδια και όποτε συννέφιαζε ή έβρεχε, ώσπου τα φύλλα να ξεραθούν. Η διαδικασία του περάσματος των φύλλων στις βελόνες λεγόταν «τίζεμα» ή «βελόνιασμα» ή «μπούρλιασμα» και διαρκούσε μέχρι το βραδάκι. Αφού τελείωναν και τρώγανε, είχαν ελάχιστες ώρες ύπνου μέχρι να χρειαστεί να σηκωθούν πάλι από τα μεσάνυχτα και να πάνε στο σπάσιμο.

Η περίοδος αυτή της συγκομιδής, διαρκούσε μέχρι τα τέλη του Σεπτέμβρη. Τα ξηρά φύλλα στα ράμματα, αποθηκεύονταν και με τα πρωτοβρόχια περίπου στον Άη Δημήτρη, μαλάκωναν λίγο και μπορούσε να ξεκινήσει η επόμενη φάση που ήταν το «παστάλιασμα».

Στο παστάλιασμα, τα φύλλα έβγαιναν από τα ράμματα και στοιβάζονταν ένα ένα σε «παστάλια» (ματσάκια από φύλλα) που τα συσκεύαζαν σε σφιχτοδεμένα δέματα. Τότε γινόταν και η διαλογή των φύλλων, ώστε να βγουν τα ακατάλληλα φύλλα από την τελική σοδειά και να επιτευχθεί η άριστη ποιότητα για την οποία φημίζονταν τα καπνά της Ξάνθης. Το παστάλιασμα διαρκούσε μέχρι τα τέλη του Φλεβάρη και επιτέλους η σοδειά ήταν έτοιμη και συσκευασμένη. Ούτε ανάσα δεν προλάβαινε να πάρει η οικογένεια και ο κύκλος έπρεπε να ξαναρχίσει για την επόμενη σοδειά.

Πόσες φορές πέρναγε το ίδιο φύλλο από τα χέρια του αγρότη μέχρι να καταλήξει συσκευασμένο στο δέμα; Πόσο κόπο κατέβαλλαν οι αγρότες για να καταλήξουν με τη σοδειά του καπνού στην αποθήκη τους; Πόσες ώρες πάλευαν με τον καιρό, την εξάντληση, την αϋπνία, τη δίψα και την πείνα στο χωράφι; Πόσο πόνο υπέφεραν από τη σωματική καταπόνηση; Κανείς που δεν το έζησε δεν μπορεί να το κατανοήσει πλήρως.

Επιπλέον εκτός από την καλλιέργεια του καπνού οι αγρότες είχαν και άλλες κοπιαστικές εργασίες. Έσπερναν τα σιτάρια με τα βόδια και τα θέριζαν με τα χέρια, καλλιεργούσαν καλαμπόκι και κριθάρι για ζωοτροφές, λαχανικά για να τρέφονται οι ίδιοι, συντηρούσαν τα οικόσιτα ζώα, περιποιούνταν το αμπέλι τους και έβγαζαν κρασί. Καμία από τις σημερινές ευκολίες στις αγροτικές ή στις οικιακές εργασίες δεν τους ήταν τότε διαθέσιμη. Η ζωή του αγρότη σήμαινε ατελείωτη δουλειά από το ξημέρωμα, ή και πολύ πιο νωρίς όταν είχαν τη συγκομιδή του καπνού, μέχρι αργά το βράδυ χωρίς διακοπή, χωρίς εξαιρέσεις για κανένα μέλος της οικογένειας.

Εκτός όμως από τη σωματική και φυσική καταπόνηση, ο αγρότης δυστυχώς τα πρώτα χρόνια έπρεπε να υποστεί και την προσβολή της αξιοπρέπειάς του κατά τη διαδικασία της πώλησης. Μέχρι το 1963, τον έλεγχο των τιμών στην αγορά του καπνού είχαν αποκλειστικά οι έμποροι, οι οποίοι προσπαθούσαν να αγοράσουν σε πολύ χαμηλές τιμές τις σοδειές των αγροτών και για αυτό το σκοπό, ακολουθούσαν μια καλά σχεδιασμένη αλλά και εξαιρετικά επικερδή για τους ιδίους, τακτική.

Πριν ακόμη αρχίσει η πώληση, οι αντιπρόσωποι των εμπόρων γυρνούσαν στα σπίτια και βαθμολογούσαν τις σοδειές ανάλογα με την ποιότητά τους. Κάποια καπνά τα αξιολογούσαν ως πρώτης ποιότητας, άλλα δεύτερης και κάποια ως τρίτης. Χαιρόταν ο αγρότης που είχε καπνά πρώτης ποιότητας γιατί ήλπιζε ότι θα τα πουλήσει σε καλή τιμή, αλλά αυτό δεν ήταν ποτέ εξασφαλισμένο.

Οι καπνέμποροι έρχονταν συνήθως βράδυ, αγόραζαν ελάχιστες ποσότητες από δύο ή τρεις παραγωγούς και άνοιγαν την τιμή πώλησης, 50 δρχ το κιλό για παράδειγμα. Αμέσως μετά έφευγαν και άφηναν τους υπόλοιπους παραγωγούς με την αγωνία. Τι τιμή θα έπιανε η δικιά τους σοδειά; Οι έμποροι μετά το πρώτο άνοιγμα των τιμών, εξαφανίζονταν για λίγες μέρες και δεν αγόραζαν άλλο. Κάθε μέρα η τιμή έπεφτε και πιο χαμηλά, σε δύο μέρες ήταν 48 δρχ το κιλό.

Οι αγρότες ανησυχούσαν καθώς οι τιμές κατρακυλούσαν συνεχώς, 40, 38, 35 δρχ το κιλό. Πήγαιναν στα γραφεία των εμπόρων στην Ξάνθη και εκεί έφταναν στο σημείο να τους παρακαλούν να τους πάρουν τα καπνά τους. Αυτοί που είχαν πρώτης ποιότητας καπνό, παραποιούνταν για τις πολύ χαμηλές τιμές. Η απάντηση ήταν στερεότυπη: οι τιμές δυστυχώς πέφτουν, στην Τουρκία αγοράζουν πιο φτηνά και πηγαίνουν εκεί τα μονοπώλια, αν συμφωνείς τώρα με 32 δρχ το κιλό, έχει καλώς. Αν έρθεις αύριο η τιμή θα είναι στις 30 δρχ. Τι να έκανε και ο απροστάτευτος αγρότης; Πούλαγε με 32 δρχ το κιλό τον καπνό που με τόσο κόπο είχε φτιάξει και έλεγε και ευχαριστώ. Επιλογή δεν είχε, αν δεν πούλαγε τη σοδειά, θα μούχλιαζε και θα την πετούσε, θα έμεναν τα παιδιά του νηστικά. Χάριζε τον ιδρώτα και τον κόπο της οικογένειας για λιγοστά ψίχουλα, αλλά δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική λύση.

Η εξευτελιστική αυτή κατάσταση, άλλαξε όταν το 1964 ο τότε υπουργός Γεωργίας της κυβερνήσεως της Ενώσεως Κέντρου, Αλέξανδρος Μπαλτατζής έδωσε νέο ρόλο στον Εθνικό Οργανισμό Καπνού (ΕΟΚ). Ο οργανισμός απέκτησε ενεργό ρόλο στην εμπορία του καπνού και διασφάλιζε την τιμή της αγοραπωλησίας. Περνούσαν οι αρμόδιοι του οργανισμού από τους αγρότες και τους έδιναν τιμή ασφαλείας. Τους έλεγαν: το καπνό σου αξίζει για 50 δρχ το κιλό. Αν βρεις καλύτερη τιμή, δώστα σε έμπορο, αν πάλι όχι, θα το αγοράσουμε εμείς στην τιμή ασφαλείας. Ήταν μεγάλη ανακούφιση αυτή για τους καπνοπαραγωγούς. Οι καπνέμποροι πλέον αναγκάζονταν να πληρώσουν τουλάχιστον την τιμή ασφαλείας για αγοράσουν τα καπνά που παλαιότερα έπαιρναν σε εξευτελιστικές τιμές και οι αγρότες έπαψαν να παρακαλούν και να εξευτελίζονται.

Δυστυχώς δεν κράτησε για πολύ η κατάσταση αυτή. Ήδη από το 1966, οι τιμές άρχισαν να πέφτουν (βλ. το τηλεγράφημα που απέστειλε ο τότε πρόεδρος του χωριού Ευστάθιος Ελευθεριάδης), ενώ με την έλευση της δικτατορίας από το 1968 και μετά, τέθηκε περιορισμός στα κιλά που κάθε αγρότης μπορούσε να πουλήσει στην τιμή ασφαλείας. Μόνο 80 κιλά από κάθε στρέμμα μπορούσαν να πωληθούν σε καλή τιμή. Για παράδειγμα όταν το 1969, είχαμε 1500 κιλά καπνό πρώτης ποιότητας, πουλήσαμε τα 900 κιλά με 50 δρχ το κιλό και τα υπόλοιπα 600 κιλά που με τόσες στερήσεις και κόπο είχαμε φτιάξει, τα δώσαμε αναγκαστικά με μόλις 10 δρχ το κιλό. Αυτή η έλλειψη προοπτικής για καλύτερο μέλλον, όσο και αν κόπιαζες στα χωράφια, ήταν και η αιτία που ξενιτεύτηκα μαζί και με πολλούς άλλους στην Γερμανία.

Με την πάροδο των ετών, η καλλιέργεια εγκαταλείφθηκε από την πλειοψηφία των συγχωριανών μας και αντικαταστάθηκε από την καλλιέργεια άλλων προϊόντων, όπως δημητριακών, βαμβακιού, τεύτλων και ντομάτας. Επίσης πολλοί συγχωριανοί, απασχολήθηκαν σε εργοστάσια ή δημόσιες υπηρεσίες και δε χρειάζονταν άλλο να κοπιάζουν τόσο εξαντλητικά για να ζήσουν. Στις μέρες μας η καλλιέργεια και η οικιακή επεξεργασία του καπνού έχει απλοποιηθεί πάρα πολύ και εξακολουθεί να απασχολεί αρκετές οικογένειες στην περιοχή.

εδώ

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Ο Τίμιος Σταυρός είναι το κορυφαίο σύμβολο θυσίας και αγιασμού, για την Εκκλησία του Σταυρωμένου και εν ταυτώ Αναστημένου Χριστού, διότι ο Σταυρός μαζί με την Ανάσταση είναι οι δύο σημαντικοί πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται η ζωή όσων «εις Χριστόν» έχουν βαφτισθεί και ενδυθεί.

Ο απόστολος Παύλος αναφερόμενος στο Σταυρό, δεν κρύβει την καύχησή του, για το Ιερό Σύμβολο. Στις επιστολές του συναντάμε πλείστα χωρία στα οποία εξυμνεί τη σημασία του Σταυρού, για τη σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου. Αλλά και οι αποστολικοί Πατέρες ομιλούν και αυτοί με σεβασμό και τιμή προς το Ιερό Σύμβολο, μέσω του οποίου επιτεύχθηκε η σωτηρία του ανθρώπου, με την απολυτρωτική θυσία του Χριστού.

Η τιμή που αποδίδει η Ορθόδοξη Εκκλησία, προς τον Τίμιο Σταυρό, τη 14η Σεπτεμβρίου και όχι μόνο, ξεκινά στους πρώτους αποστολικούς χρόνους, δια των αποστόλων και των επακολουθησάντων αποστολικών Πατέρων.

Έτσι μέχρι τους τωρινούς καιρούς, η Ορθόδοξη Εκκλησίας μας, διασώζει ανόθευτη τη βιβλική και πατερική διδασκαλία και αποδίδει την προσήκουσα τιμή στο Σταυρό του Χριστού, ως το κατ’ εξοχήν όργανο και σύμβολο της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους, προσφέροντας στον καθένα τη δυνατότητα να προσέλθει, στις ιερές ακολουθίες του υψωμένου Τιμίου Σταυρού, ο οποίος για πρώτη φορά, υψώθηκε από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Μακάριο, όταν αυτοκράτορας στο βυζάντιο ήταν ο Μ. Κωνσταντίνος. Σύμφωνα με την ιερή παράδοση της Εκκλησίας μας, αμέσως μετά την εύρεση του Τιμίου Σταυρού, η αγία Ελένη τον ασπάσθηκε και τον παρέδωσε στον πατριάρχη Ιεροσολύμων Μακάριο, ο οποίος ύψωσε ψηλά τον Σταυρό του Χριστού για να τον δουν οι παρευρισκόμενοι χριστιανοί.

Ένα παρόμοιο περιστατικό έγινε λίγα χρόνια μετά, το 335, την επομένη των εγκαινίων του Ναού της Αναστάσεως. Για μία τρίτη και τελευταία φορά πραγματοποιήθηκε η ύψωση του Τιμίου Σταυρού το έτος 628. Είναι η εποχή που ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ηράκλειος πολεμά τους Πέρσες.

Ο λαός αυτός, προ 14 ετών, έχει καταλάβει την Παλαιστίνη και έχει αρπάξει από τούς χριστιανούς τον Τίμιο Σταυρό. Ο Ηράκλειος νικά και επανακτά τον Σταυρό. Στις 14 Σεπτεμβρίου έρχεται στα Ιεροσόλυμα φέροντας στους ώμους του τον Σταυρό. Φθάνει στο Ναό της Αναστάσεως και παραδίδει τον Σταυρό στα χέρια του πατριάρχη Ζαχαρία. Εκείνος υψώνει τον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό και ευλογεί τα πλήθη των χριστιανών, ψάλλοντας για πρώτη φορά τον πολύ γνωστό ύμνο «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου …».

Θεολογικά «Σταυρός» σημαίνει το «παθείν», ενώ γενικότερα, σημαίνει πόνος, πενία, εξάρτηση, ανελευθερία, καταπίεση, βία, ασθένεια και θάνατος, τα οποία απειλούν διαρκώς τον άνθρωπο. Άρα, Ύψωση του Σταυρού σημαίνει εμφάνεια του «παθείν». Η Ύψωση δηλώνει τη διαρκή υπόμνηση, τη διαρκή θέα του μυστηρίου του σταυρού. Ο σταυρός, σύμβολο πολυσήμαντο και σχήμα πανάρχαιο, ενώνει παραδοξολογικά τα αντίθετα: τον ουρανό με τη γη, το άκτιστο με το κτιστό, το Θείο με το ανθρώπινο, τη ζωή με τον θάνατο, τη χαρά με τη λύπη (χαρμολύπη), το συνειδητό με το ασυνείδητο. Ο άγιος Κλήμης ο Αλεξανδρείας (ΒΕΠΕΣ 7, 72) γράφει χαρακτηριστικά, ότι ο Σταυρωμένος Κύριος γίνεται «σπονδοφόρος» της ψυχής μας, ειρηνεύοντας τις ασυνείδητες συγκρούσεις μας. Ενώ σαν αλεξικέραυνο ο σταυρός γειώνει τις αμαρτίες μας, ταυτόχρονα σαν γερανός μας ανεβάζει στον ουρανό (Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, Προς Εφεσ. ΙΧ, Ι). Όσο θυσιάζεται ο Θεάνθρωπος, τόσο δοξάζεται η Εκκλησία, που είναι το Σώμα Σου.

Όσο αυτοπροσφέρεται, όσο κενώνεται ο άνθρωπος, τόσο ο ίδιος «πληρούται», αφού μόνο ένας «σταυρωμένος» μπορεί να υψωθεί! Όσο νεκρώνονται και σταυρώνονται τα πάθη μας, τόσο δυναμώνει το πνεύμα μας. Όσο καθημερινά σταυρωνόμαστε ή «θανατούμεθα», τόσο αληθινά ζούμε: «Ο ευρών την ψυχήν αυτού απολέσει αυτήν, και ο απολέσας την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν» (Ματθ. 10, 38-39)! Τότε το «παθείν», δηλαδή ο σταυρός μας μεταβάλλεται σε χριστιανικό μαρτύριο, όπως συνέβη με τον ένα εκ των δυο ληστών. Γι’ αυτό, κάτω από κάθε αγία Τράπεζα τίθενται λείψανα Αγίων, ώστε να μας θυμίζει, ότι η «δύναμη» της Εκκλησίας «εν ασθενεία τελειούται» (Β’ Κορ. 12, 9)

Έτσι, λοιπόν, όσο θεάται, υψούμενος, ο σταυρός, το σύμβολο του θανάτου, τόσο απομακρύνεται ο θάνατος: «θανάτω θάνατον πατήσας»! Έφαγαν οι Πρωτόπλαστοι από το «δένδρο της γνώσης του καλού και του κακού» και ασθένησαν πνευματικά, ενώ εμείς σήμερα, τρώμε από το ξύλο του Σταυρού, κοινωνώντας το σώμα και το αίμα του Κυρίου και θεραπευόμαστε πνευματικά: «Ξύλω γαρ έδει το ξύλον ιάσασθαι» (Δοξαστικό του μεγάλου Εσπερινού).

Αλλά, για μας σήμερα τι νόημα έχουν όλα αυτά; Πώς μπορούν να λειτουργήσουν πρακτικά στην καθημερινή μας ζωή; Τί σημαίνει καθημερινή Ύψωση του δικού μας «σταυρού»; Καθημερινό σταύρωμα σημαίνει αδιάλειπτο πνευματικό αγώνα κατά των παθών και των σατανικών πειρασμών. Η ψυχική αυτή σταυρική θυσία διενεργείται στο κέντρο της καρδιάς μας, στο δικό μας Γολγοθά, όπου ο νους μεταβάλλεται σε βωμό Αγίας Τραπέζης και ολόκληρο το σώμα μας, σε Ναό του Αγίου Πνεύματος. «Αυτοί που ανήκουν στο Χριστό», λέει ο ι. Χρυσόστομος, έχουν σταυρώσει τη σάρκα τους με τα πάθη και τις επιθυμίες της, όπως ακριβώς κάποιος θα έλεγε, αυτοί έχουν δείξει ότι η σάρκα έχει καταστεί ανίκανη και ανενεργής, για αμαρτωλές πράξεις. Έχουν παλέψει μαζί της τόσο αποτελεσματικά, ώστε έχει καταστεί γι’ αυτούς υπεράνω παθών και επιθυμιών, διότι όταν είναι καρφωμένος κανείς σε ένα σταυρό και έχει τρυπηθεί με εκείνα τα καρφιά, αυτός είναι τσακισμένος, διαλυμένος από τον πόνο και βασανισμένος, ούτως ειπείν, σε κάθε ίνα της ύπαρξής του. σε αυτήν την κατάσταση αυτός δε θα μπορούσε να ενοχλείται από τις επιθυμίες της σάρκας, αλλά κάθε πάθος και πονηρή επιθυμία θα τρεπόταν σε άτακτη φυγή από τον πόνο, που δεν αφήνει τόπο για εκείνα τα πάθη».

Έτσι, καθημερινή ύψωση του προσωπικού μας σταυρού σημαίνει εμφάνεια, σημαίνει διαρκής ορατότητα, αναγνωρισιμότητα και παραδοχή των συνειδητών και ασυνείδητων ενοχών, υπαρξιακών κρίσεων και εσωτερικών μας συγκρούσεων. Η ύψωση των προσωπικών μας προβλημάτων είναι αναγκαία, γιατί χωρίς την ανάδειξη και ανάδυση του προβλήματος, σε διάσταση εξομολόγησης, δεν είναι δυνατή καμία αυτοδιάγνωση ή ετεροδιάγνωση και άρα δεν υπάρχει θεραπεία. Ο πόνος ή ο «σταυρός» κάθε άπιστου ή άθεου παραμένει αγιάτρευτος, αφού αρνείται στρουθοκαμηλικά όχι μόνο την Ανάσταση και Ύψωση του Χριστού, άρα και τη δική του, αλλά και αυτή τη «σταύρωση» τη δική του, που είναι η αβεβαιότητα, η αγωνία, ο πόνο, ο θάνατος. Η τυχόν απώθηση του «σταυρού» είναι πειρασμός δαιμονικός. Αν δεν βυθιστεί κανείς στον Άδη της υπάρξεώς του, δε θα μπορέσει να ανέλθει στο αληθινό φως. Η αναγνώριση των παθών του ασυνειδήτου είναι προϋπόθεση, για την οποιαδήποτε θεραπεία. Η ύψωση του προσωπικού μας σταυρού παρέχει ελπίδα και θάρρος, για να συνεχίσουμε τον υπόλοιπο ψυχοπνευματικό αγώνα της ζωής, αφού μας θυμίζει, ότι με τη σταυρική θυσία του Υιού του Θεού και Λόγου, επήλθε η καταλλαγή μας με τον Θεό, και άρα η νίκη, ως ψυχοσωματική σωτηρία του Ανθρώπου. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι η 14η Σεπτεμβρίου ήταν για το Βυζάντιο επέτειος πολιτικής νίκης, εξαιτίας τόσο του «εν τούτω νίκα» του Μ. Κωνσταντίνου, όσο και της ανάκτησης του Σταυρού από τους Πέρσες.

Πράγματι, στην εορτή της Υψώσεως υπολανθάνει μια πολεμική ψυχολογία. Έτσι, η Ύψωση του Σταυρού λειτουργούσε για τους Βυζαντινούς ως κίνητρο υπαρκτικής ανάστασης και πολιτικής επαναβίωσης. Συνεπώς, η σταυρική Ύψωση δηλώνει θεολογικά την πρόγευση μιας νίκης, που επιτυγχάνεται μέσα από το «παθείν» και τον θάνατο. Η «νίκη» αυτή, που μας χάρισε ο Χριστός, δεν είναι μια νίκη ηθική, νομική ή «πνευματική», αλλά οντολογική και αναφέρεται σε ολόκληρη την κτίση, ως η καθολική σωτηρία της. Ενώ προχριστιανικά ο «σταυρός» προκαλούσε φθορά και θάνατο, μετά Χριστό καθίσταται «θεραπεία της κτίσεως», παρατηρεί ο Μ. Αθανάσιος. Κατά τον άγιο Ειρηναίο (MPG 7, 1086), ο Κύριος με τους ήλους του σταυρού καθάρισε την άγρια γη. Επίσης, κατά τον Μ. Αθανάσιο (ΒΕΠΕΣ 30, 95.112), η Σταύρωση του Κυρίου καθάρισε τον αέρα και κάθε μέρος της κτίσεως. Τούτο εφαρμόζει η Εκκλησία στον Αγιασμό των υδάτων κατά τη εορτή των Θεοφανείων.

Έτσι, πανηγυρίζουμε και εορτάζουμε σήμερα το κατόρθωμα του «σταυρού», του οποίου αναστάσιμη χρήση έκανε πρώτος ο Κύριος. Ενώ δηλαδή, πρόκειται για θυσία και θάνατο, αισθανόμαστε χαρά. Πρόκειται για το φαινόμενο της ιερής αμφιθυμίας: «Αυτόν ασπασώμεθα τη χαρά και τω φόβω, φόβω δια την αμαρτίαν, ως ανάξιοι όντες, χαρά δε δια την σωτηρίαν, ην παρέχει τω κόσμω» (Δοξαστικό των Αίνων του Σταυρού).

Αλλά, με τι τρόπο θα μπορέσουμε να επιτύχουμε στην καθημερινή μας ζωή την ύψωση του προσωπικού μας «σταυρού»; Εμφάνεια του σταυρού σημαίνει το να μη θεωρούμε πως η όλη πραγματικότητα εξαντλείται στο λογικό, «επειδή και Ιουδαίοι σημείον αιτούσι και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν» (Α’ Κορ. 22-23), κάτι που σχετικά πρόσφατα αποδέχτηκε και η Κβαντοφυσική. Ακόμη, ο προσωπικός μας σταυρός υψώνεται συνειδητά καθημερινά, όταν διαρκώς έχουμε προ οφθαλμών τη «νίκη» κατά του κακού, που πέτυχε ο Χριστός πάνω στο Σταυρό. Ακόμα, η ύψωση μέσα μας διενεργείται με τη συμμετοχή μας στο θάνατο του Χριστού, δηλαδή, με την κοινωνία μας στα μυστήρια του Βαπτίσματος και της Θ. Ευχαριστίας, όπου ο πιστός αποκτά τη Χάρη, που έρευσε από το Σταυρό. Στην κατάσταση της θέωσης, ο πιστός όχι μόνο «βλέπει», προγευόμενος, αοράτως, σαν αληθινός προφήτης τη δόξα της αναστάσεώς του, αλλά και της δικής του υψώσεως: «Πάτερ, ους δέδωκάς μοι, θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ’ εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν ην δέδωκάς μοι» (Ιω. 17,24). Τέλος, επειδή η Χάρη τού Σταυρού δεν λειτουργεί αυτόματα, πάγια και μαγικά, επιβάλλεται και η από μέρους μας, συνεργιακώς, ασκητική «θυσία», ψυχική νήψη, εγρήγορση, προσευχή, σωματική νηστεία, εγκράτεια και υλική φιλανθρωπία. Η κατάσταση της κατάνυξης και της χαρμολύπης που δημιουργεί στην ψυχή μας η παρουσία και θέα του Τιμίου Σταυρού μας κάνει να υπομένουμε με καρτερία και υπομονή τα προβλήματα της ζωής, δηλαδή να υπομένουμε τον προσωπικό μας σταυρό (Ματθ.16:24), ελπίζοντας εξάπαντος στην επερχόμενη ανάσταση, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Αυτή η ακράδαντη πίστη μας δίνει δύναμη και μας κάνει να αντιμετωπίζουμε τη ζωή με αισιοδοξία..

Η ελληνορθόδοξη παράδοσή μας έχει ως βάση την παύλειο αρχή «ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσομεν αυτώ, ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ.6,8-9). Για να μπορεί όμως ο άνθρωπος να λάβει τον θείο αγιασμό μέσω του Σταυρού είναι απαραίτητο να πιστέψει στο Λυτρωτή Χριστό και στην σταυρική απολυτρωτική Του Θυσία. Επίσης πρέπει να σταυρώσει και αυτός τον εαυτό του, όπως και ο Χριστός, να συσταυρωθεί μαζί Του.

Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι μια ακόμα ευκαιρία για όλους μας να σκεφτούμε τις άπειρες δωρεές του Θεού στη ζωή μας. Να στρέψουμε το βλέμμα μας στο εκθαμβωτικό φως του Σταυρού προκειμένου να διαλύσουμε το σκοτεινό έρεβος των αμαρτιών της ψυχής μας. Δεν έχουμε πολλές επιλογές, ή αποδεχόμαστε τη λυτρωτική δύναμη του Σταυρού του Χριστού και σωζόμαστε, ή παραμένουμε δούλοι της αμαρτίας και φορείς του κακού και χανόμαστε. Η πρόσκληση και η πρόκληση, προς τη λύτρωση είναι πάντα ανοιχτή, αρκεί να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση και να την αποδεχτούμε.

εδώ

Σάββατο 13 Αυγούστου 2011

Δεκαπενταύγουστος...Το Πάσχα του καλοκαιριού












Γιορτή μεγάλη και πανήγυρης λαμπρά είναι ο

δεκαπενταύγουστος, το Πάσχα του καλοκαιριού για όλους τους ορθοδόξους Χριστιανούς απανταχού της γης.

Όλοι τρέχουν στα χωριά τους, τα καράβια γιομάτα από πιστούς, τρένα, αεροπλάνα και έτσι γεμίζουν τα νησιά μας, τα χωριά μας, οι πόλεις τα παράλια όλα.

Όλοι οι υπάλληλοι αφήνουν την άδεια τους για το 15 Αυγούστου να πάνε να εορτάσουν την Κοίμηση της Θεοτόκου, την μεγαλύτερα Θεομητορική γιορτή με κέντρο το Νησί της Τήνου και μετά η Πάρος, του Σουμελά και οι περισσότεροι με ένα τάμα στο χέρι, όλοι με μία ελπίδα, με μια προσδοκία. Οι περισσότεροι ναοί εξωκλήσια, ιερές Μονές είναι αφιερωμένες στην Κοίμηση της Θεοτόκου, Μάνα του Χριστού και Θεού μας, Μάνα όλων των χριστιανών.
Την 15η Αυγούστου εορτή της Κοίμησης της Παναγίας μας, ημέρα που έχουμε θάνατον , και ο θάνατος ήταν θλιβερό γεγονός.

Από τότε όμως που ο χριστός μας σταυρώθηκε και Ανέστη εκ νεκρών, κατάργησε τον θάνατο για όλο το ανθρώπινο γένος.Όσοι πιστεύουν στον σταυροθέντα και αναστάντα Κύριο δεν φοβούνται πλέον τον θάνατο, διότι γνωρίζουν ότι αυτός είναι ένα πέρασμα από τα επίγεια στα ουράνια, από τα πρόσκαιρα στα ουράνια, από τα προσωρινά στα αιωνία, από τα λυπηρά στα ευχάριστα, στα μακάρια και δοξασμένα.

Μετά την Ανάσταση του μονογενή υιού τής Θεοτόκου και Θεού μας Ιησού Χριστού, του μεγαλύτερου και θαυμαστού γεγονότος της Παγκοσμίου Ιστορίας όλων των αιώνων, έτσι και η Κοίμηση και Ανάσταση της Παναγίας μας δίκαια εορτάζεται και πανηγυρίζετε από τους Ορθοδόξους Χριστιανούς σε όλη την Οικουμένη. Αυτήν την ημέρα η Υπεραγία Θεοτόκος Μητέρα και προστάτης των χριστιανών, θριαμβευτικά εισέρχεται στον άφθαρτο και πανένδοξο κόσμο του Ουρανού, στην μακάρια ζωή της Βασιλείας του θεού.

Για το λόγω αυτόν την Παναγία μας και όλους τους Αγίους, τους εορτάζουμε την ημέρα της κοιμήσεως τους.Τώρα το Δεκαπενταύγουστο την Υπεραγία Θεοτόκο προβάλλει για μία ακόμη φορά η εκκλησία μας με νηστεία, παρακλήσεις και όλοι το Δεκαπενταύγουστο μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, παιδιά, νέοι και γέροντες, μητέρες με τα μικρά βρέφη τους στην αγκαλιά, όλοι στην διάρκεια του 15 Αυγούστου θα πεζοπορίσουν για να φθάσουν στην χάρη της και θα επικαλεστούν με θέρμη ψυχής την ευσπλαχνία της.

Κάθε άνθρωπος έχει να μας διηγηθεί όχι ένα αλλά πολλά θαύματα της Υπεραγίας Θεοτόκου και για τον λόγο αυτό συνεχώς την μακαρίζομε και σε κάθε κίνδυνο της ζωής μας, της οικογένειας, της πατρίδας μας πάντα αυθόρμητα την Θεοτόκο επικαλούμαστε.Και ακόμη την Παναγία μας μακαρίζομε διότι ο Άγιος Θεός αυτήν επέλεξε ως την τιμιώτεραν των χερουβείμ και ενδοξοτέρα των Σεραφείμ ( από τους Αγγέλους και απο όλα τα ουράνια πλάσματα )για να ενώσει τον ουρανό με την γη, και η Παναγία μας εγκρίθει αξία εξαιρετικής τιμής να γίνει η Μητέρα του υιού και Λόγου του Θεού.Είναι Μητέρα του Σωτήρα μας Χριστού ο οποίος με την Ανάσταση του νίκησε τον θάνατον, μας απάλλαξε από το μεγάλο προπατορικό μας αμάρτημα και μας άνοιξε τον δρόμον να έχουμε το μεγάλο ευεργέτημα να γίνουμε ουρανοπολίτες, εφόσον εμείς το θελήσουμε και αγαπήσουμε τον Χριστό μας με όλη την καρδιά μας και τηρήσουμε τις εντολές και διδασκαλία του.

Η Παναγία πάντα είναι μεσίτρια στον Μονογενή Υιόν της και πρεσβεύει για όλους μας.Δίκαια ο ορθόδοξος πιστός λαός απανταχού της γης εορτάζουν και πανηγυρίζουν με λαμπρότητα την Κοίμηση της Πανάγιας μας το « Δοξασμένο Δεκαπενταύγουστο»
Ι.Γ. ΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Κοίμηση της Θεοτόκου 15 Αυγούστου



Από τις Θεομητορικές εορτές ξεχωρίζει η εορτή της Κοιμήσεως στις 15 Αυγούστου.
Με αυτήν η Εκκλησία μας εορτάζει την Κοίμηση της Θεοτόκου που περιλαμβάνει, πρώτο, το θάνατο και την ταφή της και, δεύτερο, την ανάσταση και τη μετάστασή της στους ουρανούς.Στην Ελλάδα γιορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα σε πολλά μέρη της χώρας, ονομάζεται δε και «Πάσχα του καλοκαιριού».

To ιστορικό της Κοιμήσεως δεν αναφέρεται σε αρχαίες ιστορικές πηγές του Χριστιανισμού, αλλά σε μεταγενέστερες, και στην πατερική παράδοση




Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας δίνουν οι πηγές αυτές, η Θεοτόκος ειδοποιήθηκε από άγγελο του Θεού για τον επικείμενο θάνατό της.

Πήγε τότε ο Άγγελος και της είπε: «Αυτά λέγει ο Υιός σου: είναι καιρός να παραλάβω τη μητέρα Μου κοντά Μου. Γι’ αυτό να μην ταραχθείς, αλλά δέξου το μήνυμα με ευφροσύνη, επειδή μεταβαίνεις σε ζωή αθάνατη».

Μόλις το άκουσε η Θεοτόκος, χάρηκε πολύ και από τον πολύ πόθο της να μεταβεί στον μονογενή Υιό της, ανέβηκε με βιασύνη και προθυμία στο Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί, διότι είχε αυτή τη συνήθεια, να ανεβαίνει συχνά σ’ αυτό το όρος. Τότε ακολούθησε θαύμα παράδοξο.

Όταν ανέβηκε εκεί η Θεοτόκος, έκλιναν την κορυφή τους τα δέντρα, σαν να ήταν έμψυχα και λογικά, και την προσκύνησαν και έτσι έδειξαν το σεβασμό τους και τίμησαν την Κυρία και Δέσποινα του κόσμου.

Αφού προσευχήθηκε αρκετά η Πανάχραντη, επέστρεψε στην οικία της. Άναψε φώτα πολλά, ευχαρίστησε τον Θεό και κάλεσε τις συγγενείς και τις γειτόνισσες.

Στη συνέχεια, ετοιμάζει όλα τα απαραίτητα για τον ενταφιασμό της. Φανερώνει και στις άλλες γυναίκες τα λόγια που της είπε ο Άγγελος για της εις τους ουρανούς μετάστασή της και σαν απόδειξη των λόγων της, δείχνει το χαροποιό και νικητικό σημείο, που της έδωσε ο Άγγελος, ένα κλαδί φοίνικα.

Οι καλεσμένες γυναίκες, μόλις άκουσαν αυτό το λυπηρό μήνυμα, άρχισαν τους θρήνους και έπειτα παρακαλούσαν την Παναγία να μη τις αφήσει ορφανές.

Και η Θεοτόκος τις βεβαίωσε ότι, αφού μετασταθεί στους ουρανούς, θα φυλάει όχι μόνον αυτές αλλά και όλο τον κόσμο.

Με τέτοια παρηγορητικά λόγια στάματησε την υπερβολική λύπη τους.Η παράδοση αναφέρει ότι την τρίτη ημέρα από την εμφάνιση του αγγέλου, οι Απόστολοι δεν ήταν όλοι στα Ιεροσόλυμα, αλλά σε μακρινούς τόπους όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο.

Τότε ξαφνικά νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε όλους μπροστά στο κρεβάτι, όπου ήταν ξαπλωμένη η Θεοτόκος και περίμενε την κοίμησή της.Μαζί με τους Αποστόλους ήρθε και ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο Απόστολος Τιμόθεος και οι λοιποί θεόσοφοι ιεράρχες. Όλοι αυτοί, μόλις έμαθαν την αιτία για την οποία συνάχθηκαν αιφνιδίως και παραδόξως, έλεγαν στην Θεοτόκο: «όσο σε βλέπαμε, Δέσποινα, να ζεις και να μένεις στον κόσμο, παρηγορούμεθα σαν να βλέπαμε τον Υιόν σου.

Επειδή όμως τώρα με τη βουλή του Υιού σου και Θεού μεταβαίνεις στα ουράνια, γι’ αυτό καθώς βλέπεις θρηνούμε και δακρύζουμε, αν και από την άλλη χαιρόμαστε για όσα θαυμαστά σου έγιναν».

Τότε η Θεοτόκος τους αποκρίθηκε:

«Μαθητές του Υιού μου και Θεού, μην κάνετε πένθος και λύπη τη χαρά μου».Όταν ειπώθηκαν αυτά τα λόγια φτάνει και ο Απόστολος Παύλος.

Έπεσε στα πόδια της Θεομήτορος, την προσκύνησε και την εγκωμίασε με πολλά ουράνια εγκώμια:

«Χαίρε, ω Μήτερ της ζωής, διότι αν και δεν έζησα σωματικώς κοντά στον Υιό σου, βλέποντας όμως εσένα, νόμιζα ότι έβλεπα Εκείνον».

Μετά αποχαιρετά όλους, ξαπλώνει πάνω στο νεκροκρέββατο, σταύρωσε τα χέρια της, προσφέρει δεήσεις και ικεσίες στον Υιό της για τη σύσταση και την ειρήνη όλου του κόσμου, γεμίζει τους Αποστόλους και ιεράρχες από την ευλογία του Υιού της που δίνεται απ’ αυτήν στους ανθρώπους, και έτσι αφήνει στα χέρια του Υιού της και Θεού την ολόφωτη και παναγία ψυχή της.

Τότε ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος άρχισε να λέει στην Θεοτόκο επιτάφια εγκώμια, ενώ οι άλλοι Απόστολοι σήκωσαν το νεκροκρέβατο.

Άλλοι προπορεύονταν βαστάζοντας λαμπάδες και ψάλλοντας ύμνους και άλλοι ακολουθούσαν ως το τάφο το σώμα της Θεομήτορος. Ακούγονταν και Άγγελοι από τον ουρανό που έψαλλαν και γέμιζαν τον αέρα οι μελωδίες τους.

Όλα αυτά μην υποφέροντας να βλέπουν και να ακούν οι άρχοντες των Ιουδαίων, παρεκίνησαν κάποιους από το λαό και τους έπεισαν να παρεμποδίσουν την πομπή. Όμως η θεία δίκη πρόφτασε και παίδεψε τους τολμήσαντας με το να τους τυφλώσει.

Έπειτα οι έφτασαν οι Απόστολοι στη Γεσθημανή, ενταφίασαν το πάναγνο σώμα της Θεοτόκου και περίμεναν εκεί τρεις μέρες ακούγοντας ακαταπαύστως σε όλο αυτό το διάστημα τους ύμνους και τις μελωδίες των αγίων Αγγέλων.

Μετά από τρεις ημέρες, άνοιξαν τον τάφο και έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι η Παναγία αναστήθηκε σωματικά και αναλήφθηκε στους ουρανούς. Και βέβαια όλη η ανθρωπότητα, με ευγνωμοσύνη για τις πρεσβείες της στο Σωτήρα Χριστό, αναφωνεί: «Χαίρε, ω Μήτερ της ζωής».

Τι σημαίνει: Μαρία - Θεοτόκος

- ΠαναγίαΜαρίαΑσφαλώς δεν είναι γνωστό σε πολύ κόσμο το τι σημαίνει το όνομα Μαρία, και το οποίο είναι το καθ' αυτό όνομα που της δόθηκε αρχικά, και που αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη και δεν της δόθηκε τυχαία.

Το όνομα Μαρία παράγεται από το εβραϊκό Αϊός το οποίο δηλοί Κύριος και ερμηνεύεται Κυρία διότι, ως Μήτηρ Θεού κυριεύει και εξουσιάζει ουράνια και επίγεια κτίσματα.

Έχει δε την κυριότητα της δυνάμεως επειδή το θεμέλιο της κυριότητος είναι η δύναμις.ΘεοτόκοςΤο καθ' εξοχήν θεολογικό όνομα της Μητέρας του Θεού είναι Θεοτόκος. «Θεοτόκον ωνόμασαν την Παρθένον Πατέρες προ της Γ' Οικουμενικής Συνόδου.

Στη δε Σύνοδο αυτή εδιωρίσθη το πρώτον να καλείται Θεοτόκος η Παρθένος Μαρία. Ακόμη η Σύνοδος αύτη την γλυκυτάτην ταύτην της Παρθένου προσηγορίαν επικυρώσασα, ως όρον δογματικόν εις πάσαν την οικουμένην παρέδωσε. Πρώτος γαρ ο Ωριγένης Θεοτόκον την Παρθένον εκάλεσε...

Ο δε Αλεξανδρείας Κύριλλος, γράφων προς Νεστόριον λέγει, ότι και ο Μέγας Αθανάσιος Θεοτόκον αυτήν και ωνόμασε και ωμολόγει».


Παναγία

Το προσφιλέστατο όνομα της Παναχράντου Δέσποινας είναι χωρίς άλλο το «ΠΑΝΑΓΙΑ».

Πότε ιστορικά έλαβε αυτή την προσωνυμία η Παρθένος;

«Αποδίδεται εις την Θεοτόκον και σταθεροποιείται δι ατυήν η προσωνυμία «Παναγία».

Ταύτην γνωρίζει ως επικρατούσαν πλέον κατά τον Ε' αιώνα ο Βασίλειος Σελευκείας . Βραδύτερον κατά τον Ζ' αιώνα, ο Ανδρέας Κρήτης αποκαλεί επιμόνως την Άχραντον «αγιωτέραν των αγίων»


Το όνομα Μαρία περιγράφει τα χαρίσματα της Παναγίας.


Της έδωσαν τ όνομα της γιαγιάς της, όμως το καθένα από τα πέντε γράμματα του ονόματός της παραπέμπεικαι σε ένα γυναικείο πρόσωπο της Παλαιάς Διαθήκης το οποίο διακρίθηκε για μία τουλάχιστον αρετή:η Μ- αριάμ, για την αγνότητά τηςη Α- βιγαία (πηγή χαράς) για ταπείνωση και σωφροσύνηη Ρ- αχήλ (αμνάδα) για την ομορφιά τηςη Ι- ουδήθ, για την ανδρειοφροσύνη και την πίστη τηςη Ά- ννα (Θεία Χάρη) για την υπομονή της.


ΠΗΓΗ

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011

Παροιμίες για το μήνα Αύγουστο



Αύγουστε καλέ μου μήνα, να' σουν δυο φορές το χρόνο.
Ζήσε, Μάη μου, να φας τριφύλλι και τον Αύγουστο σταφύλι.
Θεός να φυλάει τα λιόδεντρα απ' το νερό τα Αυγούστου.
Κάθε πράμα στον καιρό του κι ο κολιός τον Αύγουστο.
Τ' Αυγούστου και του Γεναριού τα δυο χρυσά φεγγάρια.
Από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα.
Τ' Αυγούστου οι δρύμες στα πανιά και του Μαρτιού στα ξύλα.
Καλός ο ήλιος του Μαγιού, τ' Αυγούστου το φεγγάρι.
Επλάκωσεν ο Αύγουστος, η άκρια του χειμώνα.
Μακάρι σαν τον Αύγουστο να ‘ταν οι μήνες όλοι.
Ο Αύγουστος και ο τρύγος δεν είναι κάθε μέρα.
Αύγουστος άβρεχτος, μούστος άμετρος.
Να 'σαι καλά τον Αύγουστο με δεκαοχτώ βελέντζες.
Ήρθε ο Αύγουστος, πάρε την κάπα σου.
Καλή λαβιά τον Αύγουστο και γέννα τον Γενάρη.
Το Μάη με πουκάμισο, τον Αύγουστο με κάπα.
Όποιος φιλάει τον Αύγουστο, τον Μάη θερίζει μόνος.
Όποιος φιλάει τον Αύγουστο, τον Μάη θερίζει μόνος.
Τον Αύγουστο τον χαίρεται οπόχει να τρυγήσει.
Να 'σαι καλά τον Αύγουστο που ‘ναι παχιές οι μύγες.
Καλός ο ήλιος του Μαγιού, τ' Αυγούστου το φεγγάρι.
Ο Αύγουστος πουλά κρασί κι ο Μάης πουλά σιτάρι.
Ούτε ο Αύγουστος χειμώνας, ούτε ο Μάρτης καλοκαίρι.
Χορτοθέρη Αλωνιστή , ρόγα - ρόγα γυαλιστή.
Αυγουστοοικοδέσποινα‚ καλαντογυρεύτρα.
Από το θέρος ως τις ελιές δεν απολείπουν οι δουλειές.

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2011

Το παραδοσιακό αλώνισμα





Μια γεωργική δραστηριότητα αναβιώνει όχι σαν εργασία τώρα πια, αλλά σαν έθιμο σε κάποια χωριά της Αρκαδίας.

Είναι μια προσπάθεια των συλλόγων των χωριών με τη βοήθεια των ντόπιων κατοίκων να αναβιώσουν το αλώνισμα σαν μια ιδιαίτερη δραστηριότητα.

Για να θυμούνται οι μεγαλύτεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι.
Έτσι στο
Βαλτεσινίκο κάθε χρόνο, τον Αύγουστο, γίνεται η γιορτή που είναι γνωστή σαν "το παραδοσιακό αλώνισμα". Οι κάτοικοι του χωριού καθώς και οι επισκέπτες, συγκεντρώνονται στο αλώνι που βρίσκεται δίπλα στην Ι.Μ. Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η εκδήλωση αυτή συνοδεύεται με φαγητό, χορό και τραγούδι.
Απλώνονται πάνω στο πέτρινο αλώνι τα δεμάτια, κόβονται τα δεματικά και σκορπίζονται τα χερόβολα σε όλο το χώρο του αλωνιού.

Στο κέντρο του βρίσκεται ο στιχερός , που είναι ένα χοντρό και γερό ξύλο, συνήθως από πουρνάρι, μπηγμένο στο χώμα και στερεωμένο καλά.

Πάνω του δένεται η τριχιά, που κρατά τα ζώα όταν γυρνάνε πάνω στο αλώνι. Συνήθως χρησιμοποιούνται άλογα ή μουλάρια. Δένονται μεταξύ τους με λαιμαριές φτιαγμένες με τριχιά και όλα μαζί δένονται με το σκοινί του στιχερού. Ο αγωγιάτης, έτσι λέγεται αυτός που ακολουθεί τα ζώα στο αλώνι, κρατά μια βίτσα στα χέρια, την χτυπά στον αέρα για να τα φοβίζει και να τρέχουν. Η κίνηση των ζώων γίνεται και προς τις δυο κατευθύνσεις. Το σκοινί του στιχερού μαζεύεται πάνω του ενώ τα ζώα τρέχουν και έτσι πατούν τα χερόβολα σε όλο το αλώνι απ' έξω προς τα μέσα. Ύστερα τα αλλάζουν. Το ζώο που ήταν απέξω έρχεται μέσα και έτσι το σκοινί απλώνει. Κατά τη διάρκεια του αλωνισμού γίνεται το "γύρισμα". Με τα δικράνια ανοίγουν το αλώνι. Κάνουν δηλαδή αυλάκια κατά κάποιον τρόπο στο αλώνι για να ανεβάσουν τα χερόβολα που δεν έχουν πατηθεί από τα ζώα και δεν έχει βγει ο καρπός, για να αλωνιστούν. Το αλώνισμα συνεχίζεται μέχρις ότου τα χερόβολα γίνουν άχυρο και φυσικά βγει ο καρπός από τα στάχυα.
Ύστερα γίνεται το μάζεμα. Η συγκέντρωση του αλωνιού στο στιχερό σε σωρό. Μετά το μεσημέρι γίνεται το λίγνισμα. Ο αέρας που φυσά βοηθά σ' αυτή τη δουλειά. Με τα δικράνια πετάνε ψηλά το άχυρο για να διαχωριστεί από τον καρπό. Ο αέρας το μεταφέρει στην άκρη του αλωνιού. Χρησιμοποιούν ακόμη τα ξύλινα φτυάρια και φυσικά το δριμόνι (μεγάλο κόσκινο) για το κοσκίνισμα του καρπού. Ο καρπός λιάζεται και αποθηκεύεται στα κασόνια ή στα ματαράτσια (μεγάλα υφαντά σακιά). Το άχυρο μεταφέρεται στα καλύβια με τις λιοπάνες ή τα χαράρια για να χρησιμεύσει σαν τροφή στα ζώα τους χειμερινούς μήνες.
Έτσι ολοκληρώνεται η επίπονη εργασία του αλωνισμού.

Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

Ο ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΠΟΛΛΑΠΛΩΝ ΧΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ




Η χρήση του αργαλειού έχει τις ρίζες της από την Aρχαιότητα. Βασικός ο μύθος της ΑΡΑΧΝΗΣ κόρης του βαφέα Ίδμωνα από τον Κολοφώνα.

Η κόρη του η Αράχνη, φημιζόταν για την άριστη τέχνη της στην υφαντική. Αλλά είχε ένα ελλάτωμα, ήταν μία αδιόρθωτη υπερόπτης. Το ελλάτωμά της αυτό έγινε και η αιτία που απερίσκεπτα προκάλεσε την ίδια θεά Αθηνά να αναμετρηθούν!

Η Αθηνά μεταμορφώθηκε σε γριά και πλησιάζοντας την κοπέλα, την συμβούλεψε ότι ήταν ασέβεια αυτό που έκανε…

Όμως η Αράχνη δεν άκουσε τις συμβουλές της μεταμορφωμένης σε γριά Αθηνάς, και συνέχισε να προκαλεί την Θεά.

Η Αθηνά οργισμένη πήρε την κανονική μορφή της και έκτισε τον αργαλειό της στον ουρανό, ενώ η Αράχνη στη γη. Στο υφαντό της η Αθηνά ύφανε δύο θέματα κατά την μυθολογία…

Τον αγώνα της με τον Ποσειδώνα για την προστασία της πόλης της Αθήνας και στο άλλο, τους ανθρώπους να τιμωρούνται που είχαν τολμήσει να αναμετρηθούν με τους θεούς.

Η Αράχνη στο δικό της το υφαντό έφτιαξε σαν θέμα τους έρωτες του Δία και τα διάφορα “κουσούρια” των Θεών. Όμως αυτό που την εξόργισε υπερβολικά την Θεά Αθηνά ήταν όταν είδε τον Θεό Ύφαιστο να τον παριστάνει κουτσό και άσχημο. Θυμωμένη άρπαξε το υφαντό και το έσκισε με οργή, Έπειτα την μεταμορφωσε σε ένα περίεργο και ασχημο ζώο, με μακρυά ποδια και σώμα παράξενο την σημερινή αράχνη.

Και την καταράστικε να πλέκει στο σκοτάδι, σε βρώμικα, ανήλιαγα και σκονισμένα μέρη τον ιστό της.

Η Αθηνά στην αρχαιότητα προστάτευε την τέχνη την υφαντική, την ονόμαζαν “ΕΡΓΑΝΗ ΑΘΗΝΑ”.

Η Πηνελόπη ύφαινε την ημέρα και ξύφαινε την νύχτα για να ξεγελά με αυτόν τον τρόπο τους μνηστήρες της, ώστε να περιμένουν να τελειώσει το “ΔΙΑΣΙΔΙ” της.

Πόσα και πόσα όνειρα , δουλεύοντας τον αργαλειό με την βοήθεια του αχνοφέγγοντος λυχναριού, μοναχή η ανύπανδρη ή παντρεμένη κοπελιά, κάνει γλυκές σκέψεις για αντάμωμα, για φιλί, για στεφάνι, για αγκάλιασμα, για τον ερχομό του καλού της… ΕΓΩ ΤΟ ΨΑΔΙ ΘΑ ΓΕΝΩ, ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΤΟ ΣΤΙΜΟΝΙ – ΠΟΥ ΝΑ ΜΠΛΕΧΤΕΙ ΜΕΣ’ ΤΟ ΠΑΝΙ, ΚΑΙ ΠΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΓΛΥΤΩΝΕΙ.

Σκιρτήματα ψυχής, ρομαντικές σκέψεις, κρυφοί καϋμοί, αναστεναγμοί και απογοητεύσεις…και όλα αυτά τα συναισθήματα σαν ξαλάφρωμα ψυχής τα συντροφεύει με λυπητερό ή χαρούμενο προσμονής τραγούδι:

ΤΑΚΟΥ – ΤΑΚΟΥ Ο ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΜΟΥ – ΤΑΚΟΥ ΚΑΙ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΚΑΛΟΣ ΜΟΥ.. και για τις ανύπαντρες:

ΤΑΚΟΥ ΚΑΙ ΣΕ ΛΙΓΟ ΦΤΑΝΕΙ, ΜΕ ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΜΕ ΣΤΕΦΑΝΙ…Και οι νέοι περνόντας κάτω από τα παραθύρια των αγαπημένων τους τραγουδούσαν:

“ΠΕΡΑ -ΔΩΘΕ Ο ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΣΟΥ, ΠΕΡΑ -ΔΩΘΕ ΟΙ ΣΑΪΤΕΣ / ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΑΣ ΤΡΕΛΑΙΝΕΙ, ΚΑΙ ΤΑ ΛΟΓΙΚΑ ΜΑΣ ΠΑΙΡΝΕΙ / ΝΑΜΟΥΝΑ ΣΤΗΝ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΣΟΥ, ΝΑ ΓΕΝΩ ΠΟΥΛΙ ΓΑΛΑΖΙΟ / ΝΑΡΘΩ ΠΑΛΙ ΣΤΙΣ ΣΑΪΤΕΣ, ΝΑ ΚΑΘΙΣΩ ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΤΕΝΙ / ΝΑ ΚΑΘΙΣΩ ΣΤΑ ΜΙΤΑΡΙΑ, ΣΑΝ ΜΙΚΡΟ ΠΟΥΛΙ ΓΑΛΑΖΙΟ.”

Ο αργαλειός ήταν μία μικρή οικογενειακή βιοτεχνία, με πολλών ειδών παραγωγής ρουχισμού τόσο για τις οικογενειακές ανάγκες όσο και για τις αγροτικές.

Το ξεκίνημα γινόταν με το ΠΛΥΣΙΜΟ των μαλλιών και το στέγνωμά τους στον ήλιο ή στην σκιά αναλόγως. Εν συνεχεία ΞΑΣΙΜΟ του μαλιού ή του βαμβακιού, με την βοήθεια των “λαναριών” για να ξεμπλέξουν και να γίνουν αφράτα.

Μετά ακολουθούσε η βασικότερη εργασία το ΓΝΕΣΙΜΟ.

Με την βοήθεια της “ρόκας” και του “αδρακτιού”. Σε κάθε ρούγα όλες οι γυναίκες μικρές και μεγάλες, μαθαίνοντας τα νέα, κουτσομπολεύοντας και ανταλάσοντας συνταγές και γνώμες, δεν σταματούσαν γνέσιμο, έπρεπε να ετοιμάσουν τα απαραίτητα νήματα τις “κλώνες” του ιφαδιού. Για να φτιάξουν τις κλώνες πρώτα τοποθετούσαν το μαλί στην κορυφή της ρόκας το λεγόμενο “ΤΟΥΛΟΥΠΙΑΣΜΑ”.

Η ρόκα η λεγόμενη και “ΗΛΑΚΑΤΗ” κατασκευαζόταν από εύκαμπτο κλαδί π.χ. αγριλιάς ή λιγιάς ενός μέτρου περίπου και στην κορυφή σχημάτιζε κύκλο.

Για να γίνει το γνέμα η κλωστή του ιφαδιού χρειαζόταν το “ΑΔΡΑΚΤΙ” ή “Δρούγα”.

Ήταν ένα ραβδί τριάντα πόντους και στο κάτω μέρος είχε για βαρίδι το “ΣΦΟΔΙΛΙ”.

Όλες οι γυναίκες έπλεκαν με το αριστερό χέρι, την ρόκα την στερέωναν στην μέση τους, σάλιωναν τα δάκτυλά τους για να στρίβουν το μαλί ή το βαμβάκι ομοιόμορφα. Κάθε σπίτι είχε και ένα αργαλειό ή “ΛΑΚΟ” ‘οπως τον λέγανε, στο κατώϊ,στην σοφίτα ή στο παράσπιτο. Στο πλάϊ έστεκε η δρούγα και η ανέμη, ετοίμαζαν τα νήματα ή τα καρούλια για τις σαίτες για να υφάνουν τα πανιά.

Τα σπουδαιότερα εξαρτήματα του αργαλειού ήταν ο “ΣΚΕΛΕΤΟΣ” (ξύλινη κατασκευή).

Το πίσω “ΑΝΤΙ” εκεί τύλιγαν τις κλωστές το λεγόμενο “βιλάρι”. Το μπροστινό “ΑΝΤΙ” σε αυτό μαζευόταν το υφασμένο βιλάρι.

Τα αντιά ήταν χοντρά κυλινδρικά ξύλα που στην κεφαλή τους είχαν τρύπες για το τέντωμα του υφαντού. Άλλα εξαρτήματα ήταν τα “ΠΟΔΑΡΙΚΑ” που τα πατούσαν πότε το ένα και πότε το άλλο και περνούσε η “ΣΑΪΤΑ” με το “ΜΑΣΟΥΡΙ”.

Άλλο εξάρτημα ήταν το “ΧΤΕΝΙ” που έμπαινε στο “ΞΥΛΟΚΤΕΝΟ” και κτυπιέται το υφάδι. Επίσης τα “ΜΥΤΑΡΙΑ” που κρέμονται απότην οροφή του αργαλειού με σχοινιά περασμένα σε καρούλια, με την βοήθεια των ποδαριών κινούνται πότε επάνω και πότε κάτω, αφήνοντας κενά ανοίγματα για να περνάει η σαίτα με το μασούρι που είναι τυλιγμένη η κλωστή του υφαδιού. Με το πέταγμα της σαίτας η κλωστή ξετυλίγεται και το νήμα υφαίνεται.

Η υφάντρα καθεται στο σκαμνί της με το στήθος στηριγμένο στο μπροστινό αντί. τοποθετεί τα πόδια της στα ποδαρικά, πέρνει στο ένα χέρι της την σαίτα και με το άλλο δουλεύει το ξυλόκτενο.

Έτσι και ετοιμασθεί ο αργαλειός… τότε αρχίζει το κέντημα η υφάντρα την τέχνη της και το ταλέντο της…ο κόπος πολύς και η μοναξιά μεγάλη!!


ΤΑΚΟΥ – ΤΑΚΟΥ Ο ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΜΟΥ…..


Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ , komianos.wordpress.com

Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Παροιμίες για το μήνα Μάιο












Ο Μάης ρίχνει τη δροσιά και ο Απρίλης τα λουλούδια.


Στον καταραμένο τόπο Μάη μήνα βρέχει

Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα τότε τ' αμπελοχώραφα χαίρονται τα καημένα.
Τον Μάη κρασί μην πίνετε κι ύπνο μην αγαπάτε.

Όποιος φιλάει τον Αύγουστο, τον Μάη θερίζει μόνος.
Τον Απρίλη και το Μάη κατά τόπους τα νερά.
Οντά 'πρεπε δεν έβρεχε κι ο Μάης χαλαζώνει.
Μάης πενταδείληνος και πάντα δείλι θέλει.

Στο κακορίζικο χωριό το Μάη ρίχνει το νερό.
Όταν πρέπει δε βροντά και το Μάη δροσολογά.
Οπού σπείρει ή δε σπείρει, το Μάη μετανοεί.
Ο Απρίλης με τα λούλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα.
Σαν έπρεπε δεν έβρεχε, το Μάη εχαμοβρόντα.
Ο Μάης φτιάχνει τα σπαρτά κι ο Μάης τα χαλάει.
Μην πάρεις το Μάη άλογο, μήτε γυναίκα τη Λαμπρή.
Το Μάη βάζε εργάτες κι ας είναι κι ακαμάτες.
Ο Απρίλης ο γρίλλης, ο Μάης ο πολυψωμάς.
Το Μάη εγεννήθηκα και μάγια δε φοβούμαι.

Ένας κούκος (ή χελιδόνι) δε φέρνει την άνοιξη.
Μάης άβρεχος, μούστος άμετρος.
Ζήσε Μάη μου , να φας τριφύλλι.
Ο Απρίλης έχει τ' όνομα κι ο Μάης τα λουλούδια.
Ο γάμος ο μαγιάτικος πολλά κακά αποδίδει.
Μάης άβροχος, τρυγητός χαρούμενος.
Μήνας που δεν έχει ρο, ρίξε στο κρασί νερό.
Απρίλης, Μάης, κοντά ειν' το θέρος.

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

Κύρια στοιχεία της αποκριάτικης περιόδου είναι το κέφι, οι αστεϊσμοί και βέβαια οι μεταμφιέσεις. Όλα αυτά δίνουν έναν εντελώς ιδιαίτερο τόνο και κάνουν αυτές τις μέρες της χαράς και της διασκέδασης ιδιαίτερα διασκεδαστικές τόσο για τα παιδιά όσο και για τους μεγάλους, που βρίσκουν την ευκαιρία να ξαναγίνουν παιδιά!

Ας δούμε μαζί κάποια περίεργα έθιμα, που αξίζουν να γνωρίσουν τα παιδιά μας.
Αναζητώντας την ιστορία του καρναβαλιού σίγουρα θα χαθούμε σε δεκάδες ανιμιστικές εκδηλώσεις, που με τη μια ή με την άλλη μορφή ήταν και εξακολουθούν να είναι παρούσες στις παραδόσεις όλων των λαών.
Από τη βόρεια Ευρώπη μέχρι τη νότια Αμερική και από την Αφρική μέχρι την Ιαπωνία, παρόμοιες γιορτές μετρούσαν τις αλλαγές των εποχών μέσα από την ανάμειξη δοξασιών και πραγματικότητας, γήινων γιορτών και θρησκευτικής τελετουργίας. Όσο για τη μεταμφίεση και τη μάσκα, εκτός του ότι είναι τόσο παλιά όσο και ο άνθρωπος, είναι ένα φαινόμενο τόσο κοινό σε όλους τους πολιτισμούς και όλες τις θρησκείες, που αποτελεί συχνά μια από τις σημαντικότερες πηγές στην προσπάθεια της μελέτης τους.
Στην κυριολεξία Αποκριά σημαίνει το σταμάτημα της κρεοφαγίας, όπως και το λατινικό καρναβάλι σημαίνει το ίδιο ακριβώς, carnen levare.

Οι απόκριες έχουν προχριστιανική προέλευση και αντιστοιχούν στις διονυσιακές γιορτές των αρχαίων Ελλήνων και στα Σατουρνάλια των Ρωμαίων, που γίνονταν προς τιμή του θεού Κρόνου (ως προστάτη της σποράς), διαρκούσαν μια εβδομάδα και άρχιζαν στις 17 Δεκεμβρίου. Ο πατέρας της ελληνικής λαογραφίας, Νικόλαος Πολίτης, γράφει, ότι τα αποκριάτικα έθιμα έχουν τις ρίζες τους στα Λουπερκάλια των αρχαίων Ρωμαίων, που άρχιζαν στις 15 Φεβρουαρίου και γιόρταζαν τη γονιμότητα της γης και των ζώων.
Οι αποκριές καθιερώθηκαν από την Εκκλησία προς τα τέλη του 6ου αιώνα, σήμερα όμως, έχουν χάσει την αρχική σημασία τους και πλέον είναι ταυτόσημες για τους περισσότερους ως περίοδος μεταμφιέσεων, γλεντιού και ελευθεριότητας πριν τη Σαρακοστή.
Στις μεγάλες πόλεις ο αποκριάτικος εορτασμός είναι λίγο πολύ τυποποιημένος, όμως, ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη πολλά μέρη στην Ελλάδα, που ο εθιμικός πανηγυρισμός διατηρεί ακόμα μορφές, που δείχνουν τις βαθύτερες ρίζες αυτών των χαρούμενων εκδηλώσεων.
Παλαιότερα η αρχή του Τριωδίου αναγγελλόταν με πυροβολισμούς ή με ταμπούρλα και τσαμπούνες, ενώ σε πολλά μέρη ο κήρυκας φώναζε πως πλησιάζουν οι Απόκριες, για να φροντίσει ο κόσμος να προμηθευτεί το απαραίτητο κρέας. Γι’ αυτό και η πρώτη εβδομάδα των αποκριών ονομάζεται και “Προφωνή”, από τη συνήθεια να διαλαλούν την έλευσή της. Η δεύτερη εβδομάδα ονομάζεται “Κρεατινή”, επειδή προσφερόταν για κρέας και η Τρίτη “Τυρινή” ή “Μακαρονού”, γιατί κατά τη διάρκειά της οι πιστοί πρόσφεραν κόλυβα και ζυμαρικά στους νεκρούς, τις λεγόμενες μακαρίες, απ΄ όπου έλαβαν το όνομα και τα “μακαρόνια”.
Το Τριώδιο γινόταν ιδιαίτερα αισθητό από την Τσικνοπέμπτη, όπου σε πολλά μέρη έσφαζαν χοιρινά. Η σφαγή στη νότια Ελλάδα και πολλά νησιά συνοδευόταν και από τελετουργικά, δεισιδαιμονικά και μαντικά στοιχεία, που πρόσθεταν στην ημέρα κάποιο θυσιαστικό χαρακτήρα με σταυρούς στις πόρτες των σπιτιών με το αίμα του ζώου, κ.ά.
Τη Δευτέρα της Τυρινής βρίσκουμε το θρακικό δρώμενο του “Καλόγερου” (καλός γέρος), ο οποίος στην αρχέγονη λατρευτική του μορφή αντιπροσωπεύει την αγαθή θεότητα της σποράς και της πλούσιας συγκομιδής. Στο τελετουργικό, που περιλαμβάνει εικονικό όργωμα και μιμητική σπορά από τον Καλόγερο που συνοδεύεται από νταούλια και λύρες, βλέπουμε ότι υπάρχουν πολλοί συμβολισμοί.
Οι αγρότες μέσα στο χαρούμενο κλίμα της Αποκριάς διαισθάνονται τις αλλαγές της Φύσης και με διάφορες πράξεις προσπαθούν να την εξευμενίσουν, για να εξασφαλίσουν καρποφορία στα χωράφια, πλούσια παραγωγή και καλή υγεία.
Την ίδια προσπάθεια για καλή υγεία και καλή συγκομιδή εκφράζει και το έθιμο με τις αποκριάτικες φωτιές, που ανάβονταν σε πλατείες και σταυροδρόμια το βράδυ της τελευταίας Κυριακής. Το έθιμο στηρίζεται στην αρχέγονη πίστη, ότι η φωτιά κρύβει μέσα της δύναμη, η οποία μεταδίδεται σε όποιον έρθει σ’ επαφή μαζί της μέσα από συγκεκριμένο τελετουργικό. Ιδιαίτερα εντυπωσιακοί είναι οι “Φανοί” της Κοζάνης, που στήνονταν στις γειτονιές ως είδος βωμού. Η προσπάθεια για την παρουσίαση του ομορφότερου Φανού έκανε τους γείτονες ιδιαίτερα εφευρετικούς. Φωτιές ανάβονταν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, έχοντας διαφορετική ονομασία, “Φανός”, “Καψαλιές”, “Τζαμάλες”, κ.ά.

Η αλήθεια είναι, πως η Αποκριά δε γεννήθηκε στην πόλη. Ο αστικός καρνάβαλος με το σαρδόνιο χαμόγελο που παρελαύνει καμαρωτός, μοιάζει να σβήνει δίπλα στα βουκολικά προσωπεία των Καρνάβαλων της υπαίθρου. Εκεί, όπου από την αρχαιότητα ακόμη τελούνταν γιορτές όχι μόνο για την καλή σοδειά και την υγεία, αλλά και τελετές που θα έδιωχναν μακριά το κακό. Οι ζωόμορφες μεταμφιέσεις, τα μεγάλα κουδούνια και οι εκκωφαντικοί θόρυβοι ξόρκιζαν το κακό και έφερναν τύχη.
Με τα χρόνια, ο αποκριάτικος εορτασμός της υπαίθρου διανθίστηκε με νέα στοιχεία. Έτσι, σε πολλές περιοχές σήμερα βρίσκουμε αναπαραστάσεις γαμήλιων τελετών ή τελετές που θυμίζουν γεγονότα, που σημάδεψαν την ιστορία του τόπου, κυρίως από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας
Στη Δημητσάνα της Αρκαδίας, γνωστή για το μπαρούτι της, οι κάτοικοι την τελευταία Κυριακή φορτώνουν ένα γάιδαρο με βαρέλια μπαρούτι και τον Καρνάβαλο. Στη Ζάκυνθο έχουμε την “κηδεία της μάσκας” με ...πτώμα τον Καρνάβαλο και “συγγενείς” που τον πενθούν. Στην Κεφαλλονιά την τιμητική τους έχουν τα Γαϊτανάκια και οι Καντρίλιες.
Στα Ιωάννινα την τελευταία Κυριακή, οι γειτονιές της πόλης δίνουν το σύνθημα του εξαγνισμού, ανάβοντας φωτιές, τις περίφημες “Τζαμάλες”. Γράφοντας για τα Ιωάννινα θα ήθελα να αναφέρω, ότι σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση οι ντόπιοι έχουν το δικαίωμα του εορτασμού της αποκριάς και ιδιαίτερα της μάσκας με κατοχυρωμένο και έγγραφο προνόμιο, που πέτυχαν κατά την παράδοση της πόλης στους Τούρκους το 15ο αιώνα επί Σινά Πασά. Μέχρι τότε μόνο οι ευγενείς και οι ιππότες είχαν δικαίωμα να φορούν μάσκα.Ας δούμε, όμως, αναλυτικότερα κάποια έθιμα που εξακολουθούν να ισχύουν, ακόμη και σήμερα.
Τα “αλευρομουντζουρώματα” του Γαλαξιδίου
Η Καθαρά Δευτέρα στο Γαλαξίδι μόνο “καθαρή” δεν είναι, αφού από το μεσημέρι και μετά γιορτάζεται με αλληλομουντζουρώματα και αλευρώματα, με κυνηγητά και πειράγματα από ομάδες μεταμφιεσμένων με κάρβουνο, που παλιότερα φορούσαν προβιές και κουδούνια. Στην κεντρική πλατεία διεξάγεται ένας απίστευτος πόλεμος με τόνους από αλεύρι και φούμο, που εκσφενδονίζουν εκατοντάδες άτομα μεταξύ τους μέχρι το σούρουπο.
Το “αλευρομουντζούρωμα” είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά έθιμα της Αποκριάς, που κρατά από τις αρχές του 1800. Σύμφωνα με την παράδοση, παρά την Τουρκοκρατία, οι κάτοικοι της περιοχής τις αποκριές δεν το έβαζαν κάτω και φορούσαν μάσκες στο πρόσωπο ή βάφονταν μαύροι με φούμο. Με την πάροδο των χρόνων οι γαλαξιδιώτες ναυτικοί έφεραν το έθιμο να ρίχνει ο ένας στον άλλο αλεύρι, προφανώς από παρόμοιες λαϊκές γιορτές της Σικελίας.
Ο “βλάχικος γάμος” της Θήβας
Συμβολισμοί για καλή χρονιά και καλή σοδειά υποδηλώνονται και στο γνωστό βλάχικο γάμο της Καθαράς Δευτέρας, ο οποίος ξεκινά την Τσικνοπέμπτη με τα “Προζύμια”, συνεχίζεται την Κυριακή το απόγευμα με το χορό των συμπεθέρων και το προξενιό στην κεντρική πλατεία της πόλης. Την επόμενη γίνονται τα αρραβωνιάσματα του ζευγαριού, η παράδοση των προικιών, το ξύρισμα γαμπρού και το στόλισμα της νύφης. Όλα γίνονται σύμφωνα με τις παραδόσεις και με πολύ γλέντι.
“Του Κουτρούλη ο γάμος” στη Μεθώνη
Γαμήλιες παραστάσεις την Καθαρά Δευτέρα έχουμε σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, με κυρίαρχο το σατυρικό και εύθυμο στοιχείο. Στη Μεθώνη γίνεται “του Κουτρούλη ο γάμος”, ο οποίος, όπως λέγεται, διασώζει ανάμνηση παλιού, πραγματικού γάμου, που έγινε στην πόλη πριν από αιώνες. Γαμπρός ήταν ο ιππότης Ιωάννης Κουτρούλης, ο οποίος ύστερα από πολλών χρόνων αναμονή και υπομονή παντρεύτηκε τη γυναίκα, που αγαπούσε. Ο γάμος μεταβλήθηκε σε χαρούμενο πανηγύρι και πραγματικά έμεινε παροιμιώδης.
Η “Τράντα” και “οι καλές” της Σκοπέλου
Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς άντρες ντυμένοι με πρόχειρα ρούχα κρατούν στα χέρια τους ένα πλοιάριο κατασκευασμένο από καλάμια και ξύλα, την “Τράντα”. Οι τρανταραίοι (το πλήρωμα) όλοι με ένα σταυρό από λουλάκι στο μέτωπο και στα μάγουλα γυρνούν όλη την πόλη χορεύοντας και τραγουδώντας άσεμνα τραγούδια και μερικές φορές ρίχνουν και δίχτυα, στα οποία πιάνονται οι περαστικοί.
Την ίδια ημέρα τελείται και το έτερο δημοφιλές έθιμο. Άντρες και γυναίκες με καλά ρούχα (εξ ου και “οι καλές”) σταματούν στις πλατείες, τραγουδούν και χορεύουν με τη συνοδεία ντόπιων μουσικών. Σε ρυθμό συρτό παντού ακούγεται “το τραγούδι της Βλάχας”. “Άντε να πάμε βλάχα στον πέρα καφενέ να σε τρατάρω βλάχα σουμάδα κι αργιλέ / Δε θέλω τη σουμάδα ούτε τον αργιλέ μον’ θέλω ένα λουκούμι κι ένα γλυκό καφέ...”


Οι “Μπούλες” και οι “Γενίτσαροι” της Νάουσας
Αυτό που ξεχωρίζει αυτό το έθιμο από τα άλλα είναι το αυστηρό τελετουργικό του. Σε αντίθεση με την αταξία, την απρέπεια, τα σατυρικά τραγούδια και την αυτοσχέδια μεταμφίεση που επικρατεί παντού τις Απόκριες, τις “Μπούλες” τις χαρακτηρίζει η σοβαρότητα και η τυποποιημένη εθιμική ευπρέπεια σε συνδυασμό με την απαράμιλλη αισθητική των χορευτών.
Οι “Μπούλες” είναι άντρες ντυμένοι γυναικεία, ενώ οι “Γενίτσαροι” είναι ντυμένοι με φουστανέλες και φορούν μια ιδιόμορφη μάσκα. Γυρίζουν παρέες, παρέες τους δρόμους και τις πλατείες, χορεύοντας προκαθορισμένα τραγούδια με ειδικό τρόπο, που θυμίζει πολεμικό χορό. Οι περισσότεροι χοροί είναι κατεξοχήν αντρικοί, εκτός από τη Μακρυνίτσα που χορεύεται από τη Μπούλα.
Όσο οι Γενίτσαροι φορούν τις μάσκες, δεν επιτρέπεται να χορέψει μαζί τους κανείς από τους θεατές. Όταν τις βγάλουν, τότε ξεκινάει ένα μεγάλο πανηγύρι που κρατάει μέχρι τις πρωινές ώρες.
Πολλοί ισχυρίζονται, ότι το έθιμο έχει τις ρίζες του σε πρωτόγονες παγανιστικές τελετές με σκοπό την ευγονία. Το σίγουρο είναι, ότι με το πέρασμα του χρόνου το έθιμο ενσωμάτωσε την τοπική ιστορία και συνδέθηκε με την Τουρκοκρατία. Όπως λέγεται, οι Αρματολοί και οι Κλέφτες με την ευκαιρία της Αποκριάς κατέβαιναν στην πόλη ντυμένοι γυναίκες και χορεύοντας έρχονταν σε συνεννόηση με τους δικούς τους για τον αγώνα της ελευθερίας. Το νταούλι και ο ζουρνάς είναι οι πρωταγωνιστές των γλεντιών που γίνονται τις δυο τελευταίες Κυριακές της Αποκριάς με μεζέδες και τσίπουρα, ενώ το ντύσιμο είναι από τα σημαντικότερα μέρη της τελετουργίας και κρατάει πάνω από δυο ώρες!
Ο Γενίτσαρος πρώτα φοράει το μπινιβρέκι (μακρύ άσπρο σώβρακο) και από πάνω μακριές κάλτσες, που στερεώνονται με τις βουδέτες (τύπος καλτσοδέτας με μαύρες φούντες).
Μετά φοράει το πουκάμισο με τα φαρδιά κεντητά μανίκια, ακολουθεί η κατάλευκη φουστανέλα με τις 300 έως 400 πιέτες και μετά μπαίνει το πισλί, ένα μαύρο γιλέκο με ανοιχτά μανίκια. Πάνω από αυτό μπαίνει ένα άλλο αμάνικο γιλέκο, που έχει στο στήθος ραμμένα νομίσματα και χαϊμαλιά και στην πλάτη βαρύτιμα κοσμήματα, όπως τοκάδες, γιορντάνια και κιουστέκια. Το σελάχι φοριέται και αυτό στη μέση πάνω από ένα ριγέ μαντίλι, ενώ στο τέλος φοριέται το μαφέσι, ένα ακόμη μεταξωτό μαντίλι που πάνω του θα κρεμαστούν τα θαυμάσια λεπτοδουλεμένα αραχνοειδή κοσμήματα, οι παϊαντζήδες.
Εντυπωσιακή είναι και η στιγμή που δένεται το πρόσωπο. “Πρόσωπο” είναι η μάσκα που φοράει ο Γενίτσαρος, κέρινη από μέσα για να μένει δροσερό το πρόσωπο και γύψινη απ’ έξω. Η μάσκα, που έχει για μάτια και στόμα μικρές σχισμές, στερεώνεται πάνω στο ταράμπουλο, ένα μακρύ μεταξωτό ύφασμα.
Η μάσκα της Μπούλας, που ακολουθεί κάθε μπουλούκι Γενιτσάρων χορεύοντας σοβαρή και περήφανη, είναι βαμμένη με κατακόκκινα μάγουλα και χείλη. Στο κεφάλι φοράει εντυπωσιακά ψεύτικα λουλούδια με κορδέλες και τούλινο πέπλο. Το φόρεμά της είναι πολύχρωμο με φουρό και φοράει και λιμπαντί (βελούδινο κεντητό γιλέκο με μανίκια). Στο στήθος κρέμονται μεταξωτές τραχηλιές, ενώ η ζώνη στολίζεται με σκαλιστές πόρπες, τα κολάνια.
Την Καθαρά Δευτέρα οι Γενίτσαροι βγάζουν τη μάσκα και ξεχύνονται και πάλι στους δρόμους αποκαλυμμένοι.


Τα “Ραγκουτσάρια” της Καστοριάς και της Κοζάνης
Τα “Ραγκουτσάρια” είναι μια γνήσια ελληνική εορταστική εκδήλωση καρναβαλιού, από τις τελευταίες του δωδεκαημέρου. Το σημερινό δωδεκαήμερο συμπίπτει χρονικά με τις αρχαίες ελληνικές πανηγύρεις, που τελούνταν στα πλαίσια της διονυσιακής λατρείας. Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά αυτής της λατρείας ήταν οι μεταμφιέσεις, οι οποίες μεταφέρθηκαν και στη γιορτή του σημερινού καρναβαλιού παρά τις αντιδράσεις της Εκκλησίας. Σήμερα, κατά τη διάρκεια του εορτασμού συνηθίζεται ομάδες μεταμφιεσμένων με τα όργανά τους (εκτός από το να σατιρίζουν και να περιπαίζουν με κωμικό τρόπο τους πάντες) να ζητούν διάφορα δώρα από τα σπίτια που επισκέπτονται σε ανταπόδοση της συνεισφοράς τους στην απομάκρυνση του κακού πνεύματος από το σπίτι.
Τα “Ραγκουτσάρια” αρχίζουν από την ημέρα των Θεοφανείων και διαρκούν μέχρι την ημέρα του Ιωάννη του Προδρόμου. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για το έθιμο γίνεται το 1747, ως έθιμο όμως του δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων. Εξαιτίας επεισοδίων οι Τούρκοι το απαγόρευσαν το 1860, αλλά εμφανίστηκε ξανά το 1890 ως αποκριάτικο πλέον έθιμο.
Πατρινό καρναβάλι
Κατεξοχήν αστικό καρναβάλι,
το καρναβάλι της Πάτρας δεν έμοιαζε με τα υπόλοιπα έθιμα της ελληνικής υπαίθρου. Η ιστορία του ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν με την οικονομική άνθηση της πόλης, που τότε αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα ναυτιλιακά κέντρα της Μεσογείου.
Το πρώτο καρναβάλι έγινε το 1829 σε ιδιωτική γιορτή, που διοργάνωσε ένας πατρινός μεγαλέμπορος. Τριάντα χρόνια μετά πήρε τη μορφή δημόσιας εκδήλωσης και είχε πολλές δυτικές επιδράσεις, κυρίως από πασίγνωστο καρναβάλι της Βενετίας. Από το 1939 και μετά αποτελεί το γεγονός ολόκληρης της χρονιάς για την πόλη, που μόνο στη διάρκεια των δύσκολων ημερών της Κατοχής έχασε τη λάμψη του.
Όσο για το έθιμο του Σαββάτου της Αποκριάς, τα γνωστά “Μπουρμπούλια”, αυτά ήταν η παλαιότερη εκδήλωση του πατρινού καρναβαλιού, τα οποία ξεκίνησαν ως έθιμο μάλλον το 1872, που ολοκληρώθηκε και η κατασκευή του θεάτρου Απόλλων από τον Τσίλερ. Μπουρμπούλι σημαίνει κρέας που βράζει γρήγορα, μεζές, πρόχειρο γεύμα στο πόδι. Μεταφορικά αποδίδει το κλίμα που επικρατούσε στους αντίστοιχους χορούς της Ευρώπης, αυτό της τυχαίας, στιγμιαίας γνωριμίας. Τότε όλες οι γυναίκες της πόλης έρχονταν στο θέατρο, που μετατρεπόταν σε αίθουσα χορού, φορώντας το ντόμινο (ένα μαύρο φόρεμα που κάλυπτε ολόκληρο το σώμα τους) και έχοντας κρυμμένο το πρόσωπό τους με μια μάσκα, που άφηνε ακάλυπτα μόνο τα μάτια και το στόμα. Καλυμμένες, λοιπόν, κάτω από την ανωνυμία μπορούσαν να φλερτάρουν και να χορέψουν με τους άντρες, οι οποίοι φορούσαν τα κανονικά τους ρούχα.


Η παράδοση της Αποκριάς στη Θράκη
Ο Θρακιώτης θεός της μέθης, ο Διόνυσος των οργίων αλλά και της τέχνης του δράματος, κάπως περιθωριακός, αφού δεν ανήκε στο δωδεκάθεο, ήταν και λίγο αιρετικός, αφού “έσερνε” μαζί του έναν καθόλου καθώς πρέπει θίασο στο τσακίρ κέφι και πολλές ανιμιστικές παραδόσεις και λατρείες παλιές όσο και η παρουσία του ανθρώπου στον πλανήτη.
Η λατρεία του Διονύσου ταυτιζόταν με την ευκαρπία, τη γονιμότητα και την εξασφάλιση της υλικής ευημερίας.
Στη διάρκεια των τριών εβδομάδων της Αποκριάς οι Χριστιανοί της Θράκης διασκέδαζαν με πολλά λαϊκά δρώμενα. Στην Αδριανούπολη πραγματοποιούνταν μια εμφανώς διονυσιακή γιορτή, αυτή του “Κιοπέκ Μπέη” (άρχοντας των σκύλων), όπου έπαιζαν μόνο άντρες μεταμφιεσμένοι κωμικά.
Ο Κιοπέκ Μπέης, οι ακόλουθοί του, η “γριά” με το “μωρό” της στην αγκαλιά και ο υπηρέτης της γύριζαν στους δρόμους κάνοντας φασαρία και υποχρέωναν, όσους συλλάμβαναν, σε προσφορές. Όσοι αρνούνταν, τους κατάβρεχαν με λασπόνερα ή τους μαύριζαν το πρόσωπο με φούμο. Όσοι πρόσφεραν κάτι, τους ευλογούσε ο Μπέης με ένα ομοίωμα φαλλού που κρατούσε. Το κρασί που συγκέντρωνε η πομπή από τις προσφορές, το έπιναν όλοι μαζί μέχρι να μεθύσουν εντελώς.
Η τελετή συνήθως τελείωνε με σκαμπρόζικα αστεία και το κατρακύλημα του Μπέη από κάποια κατηφόρα μαζί με το χειράμαξο στο οποίο επέβαινε. Ο Μπέης, που θεωρείται κατάλοιπο αρχαίων τελετών για την καρποφορία της γης, γιορταζόταν και σε άλλες περιοχές της Θράκης με παραλλαγές στο τυπικό και τους πρωταγωνιστές. Σε κάποια μέρη συμμετείχαν στην πομπή και “Αράπηδες”, με πρόσωπα μαυρισμένα με φούμο, καπέλα με αλογοουρές και κουδούνια κρεμασμένα στη μέση.
Το έθιμο του “Καλόγερου” στο θρακικό χωριό Βιζύη γινόταν τη Δευτέρα της Τυρινής και εξελισσόταν σε υποτυπώδες δράμα, το οποίο υποτίθεται ότι διαδραματιζόταν μέσα σε ένα σιδεράδικο. Οι γυφτοσιδεράδες σφυρηλατούσαν το υνί για το ιερό όργωμα, ώσπου κάποια στιγμή εμφανιζόταν η “Βάβω”.
Η Βάβω ήταν μια γριά με ένα ομοίωμα μωρού, το “εφταμηνίτικο”, μέσα σε ένα καλάθι. Το εφταμηνίτικο ξαφνικά εμφανιζόταν ως ενήλικος, γινόταν ο “Αρχικαλόγερος” και ακολουθούσε ο γάμος του με τη “Νύφη”. Το δράμα συνεχιζόταν με το φόνο του “γαμπρού” από τον κουμπάρο, φίλο και δευτεραγωνιστή. Αναπαριστανόταν ο θρήνος πάνω στο νεκρό και ακολουθούσε η ανάστασή του, για να τελέσει τους “ιερούς αρότρους” (οργώματα), που θα εξασφάλιζαν πλούσια σοδειά.
Το “Μπουρανί” του Τυρνάβου
Στον Τύρναβο της Λάρισας αναβιώνουν διονυσιακά τελετουργικά, αφού πρόκειται για μια μοναδική γιορτή στην Ελλάδα, τη γιορτή του φαλλού, που συμβολίζει την αναπαραγωγή και τη γονιμότητα. Απομεινάρι των βακχικών εορτασμών είναι το “Μπουρανί”, όπου τα πράγματα είναι λίγο άγρια για τις γυναίκες, που παλιά δεν τολμούσαν να κυκλοφορήσουν στο δρόμο, αφού η βωμολοχία και οι άσεμνες χειρονομίες είχαν τον πρώτο λόγο.
Την Καθαρά Δευτέρα οι ντόπιοι τιμούν το θεό της βλάστησης και της γονιμότητας πίνοντας, τραγουδώντας, χορεύοντας, κρατώντας ψεύτικους φαλλούς και τρώγοντας το “Μπουρανί”, το μυητικό έδεσμα! Το μπουρανί είναι μια αλάδωτη χορτόσουπα από τσουκνίδες και σπανάκι, την οποία φτιάχνουν οι άντρες στο δρόμο και την καταναλώνουν με συνοδεία άσεμνων τραγουδιών και τολμηρών χειρονομιών.


Το οικογενειακό τραπέζι της Τυρινής
Ο μεγάλος εορτασμός της Αποκριάς κορυφωνόταν την τελευταία Κυριακή, την Κυριακή της Τυρινής (επειδή παραδοσιακά δεν επιτρεπόταν η κατανάλωση κρέατος αλλά μόνο τυριού, γάλακτος, ζυμαρικών και των παραγώγων τους) ή αλλιώς “Τρανή Αποκριά”, όπου όλοι, συγγενείς και φίλοι, μαζεύονταν στα σπίτια των πιο ηλικιωμένων της οικογένειας και γιόρταζαν με μεγάλη ευθυμία. Η συγκέντρωση ήταν σχεδόν υποχρεωτική, αφού έρχονταν ακόμη και παιδιά που ήταν μακριά. Αν και ο κανόνας ήταν τα φαγητά να τα φέρνει ο καθένας από το σπίτι του, σε πολλά μέρη, την παραδοσιακή μακαρονάδα την έφτιαχνε η γιαγιά. Πριν αρχίσει το φαγητό, οι συγγενείς ζητούσαν συγχώρεση ο ένας από τον άλλο, για να αρχίσουν τη Σαρακοστή με καθαρή συνείδηση. Το γλέντι γινόταν με επίκεντρο το τραπέζι, το οποίο δεν έπρεπε να ξεστρωθεί μέχρι την άλλη μέρα. Όλη τη νύχτα έτρωγαν, έπιναν και διασκέδαζαν τραγουδώντας αποκριάτικα τραγούδια με έντονο σεξουαλικό περιεχόμενο, όπως το γνωστό “πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαβόλου οι καλογέροι...”
Στα περισσότερα μέρη το δείπνο της Αποκριάς τελείωνε μ΄ ένα αυγό και σχετικά αστεία. “Με αυγό κλείνω, με αυγό ανοίγω”, έλεγαν, εννοώντας ότι το πρώτο φαγητό μετά τη Σαρακοστή θα ήταν το αυγό της Λαμπρής. Το πιο διασκεδαστικό και ταυτόχρονα γνωστό έθιμο ήταν αυτό του “χάσκα” ή “χάσκαρη” ή “χάψαρου”, ένα παιχνίδι με ένα αυγό καθαρισμένο. Ο νοικοκύρης του σπιτιού κρεμούσε με μια κλωστή ένα αυγό από το ταβάνι και το γύριζε γύρω, γύρω. Όποιος το έπιανε με το στόμα χωρίς τη βοήθεια των χεριών ήταν ο νικητής.
Στην Ελλάδα συναντάμε πολλές παραλλαγές του εθίμου και αυτό εξηγείται από την αναζωογονητική δύναμη του αυγού ως φορέα ζωής. Αλλού το έδεναν σε ξύλο και τα παιδιά γονατιστά και με δεμένα χέρια προσπαθούσαν να το πιάσουν και αλλού κυλούσαν τα αυγά πάνω στο τραπέζι και εύχονταν να κυλήσει η Σαρακοστή εύκολα, όπως τα αυγά.
Σε πολλά χωριά της Μεσσηνίας μέσα σε ένα ανοιχτό δοχείο με γιαούρτι έριχναν ένα νόμισμα, που οι συναγωνιζόμενοι έπρεπε να πιάσουν με τα δόντια. Φυσικά, πασαλείβονταν με γιαούρτι, προκαλώντας τη γενική ευθυμία.
Ας δούμε, όμως, αναλυτικότερα κάποιους από πιο παραδοσιακούς αποκριάτικους πανηγυρισμούς στην Ελλάδα.
Πηγές: Άλκη Κυριακίδου - Νέστορος “Οι δώδεκα μήνες. Τα λαογραφικά”. Eδόσεις Μάλλιαρης - Παιδεία, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 1982 Άλκη Κυριακίδου - Νέστορος, “Η θεωρία της Ελληνικής Λαογραφίας. Κριτική ανάλυση”. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1978Γ.Α. Μέγας, “Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας”. Εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2004, (Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας, Αθήναι 1956)Δ.Σ. Λουκάτος, “Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία”, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1977

Χαλβάς σπιτικός - Μία συνταγή της Αρκαδίας



Υλικά
1 φλιτζάνι τσαγιού
ελαιόλαδο
2 φλιτζάνια τσαγιού ψιλό σιμιγδάλι

3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη

4 φλιτζάνια τσαγιού νερό

1 φλιτζάνι τσαγιού μαύρη σταφίδα

1 κουταλιά σούπας κανέλα
1 φλιτζάνι τσαγιού καρύδια κοπανισμένα
ΕκτέλεσηΣε βαθιά κατσαρόλα βάζουμε το λάδι και, όταν κάψει, ρίχνουμε το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε με ξύλινη κουτάλα συνεχώς μέχρι να 'καβουρντιστεί'. Προσθέτουμε την κανέλα και, χαμηλώνοντας τη φωτιά, ρίχνουμε το νερό, στο οποίο προηγουμένως έχουμε διαλύσει τη ζάχαρη. Συνεχίζουμε το ανακάτεμα χωρίς διακοπή, έως ότου ο χαλβάς ξεκολλήσει τελείως από την κατσαρόλα και δεν έχει καθόλου υγρασία. Λίγο πριν τον βγάλουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τη σταφίδα. Τον βάζουμε σε φορμάκια και τον σερβίρουμε πασπαλισμένο με ζάχαρη, κανέλα και κοπανισμένα καρύδια.
Πηγή συνταγής: το βιβλίο 'Παραδοσιακές Συνταγές της Αρκαδίας' της Θηρεσίας Κοντογιάννη, 2η έκδοση, Εκδόσεις 'Μαϊνάς', 1999
άπό

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.

Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.


Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.


Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή

Το λίχνισμα... όπως τα παλιά χρόνια

ΤΟ ΚΑΚΟ ΜΑΤΙ

Πολλοί Έλληνες, ιδίως στην επαρχία, πιστεύουν ότι ένα άτομο μπορεί να "ματιάσει" ένα άλλο είτε από φθόνο είτε από υπερβολικό θαυμασμό. Ο "ματιασμένος" νοιώθει άσχημα σωματικά και ψυχολογικά. Για να αποφύγουν το κακό μάτι, όσοι πιστεύουν σε αυτό φοράνε ένα μπλε ματόχαντρο ή ένα μπλε βραχιόλι. Οι προληπτικοί και όσοι πιστεύουν στη βασκανία δηλώνουν ότι το μπλε χρώμα διώχνει το κακό μάτι. Παραδόξως όμως πιστεύουν ότι οι γαλανομάτες είναι αυτοί που κυρίως "ματιάζουν". Εκτός από το ματόχαντρο, ένας άλλος τρόπος για να προστατευθεί κανείς από το κακό μάτι είναι να κρεμάσει σε μια γωνία του σπιτιού του σκόρδα. Οι Έλληνες πιστεύουν ότι το σκόρδο (όπως και τα κρεμμύδια) έχει και άλλες θεραπευτικές ιδιότητες. Έτσι λοιπόν όταν κάποιος είναι άρρωστος τον συμβουλεύουν να εμπλουτίσει τη δίαιτά του με σκόρδο.

ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ



Παλιά τα πανηγύρια είχαν, κυρίως εμπορικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τα αποκαλούσαν εμποροπανήγυρη. Βέβαια και ο θρησκευτικός χαρακτήρας κατείχε πρωτεύουσα θέση.
Έτσι λοιπόν, ανάλογα στον κάθε τόπο με το πότε γιόρταζε η εκκλησία του χωριού ή σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, γινόταν η εμποροπανήγυρη σε επίκαιρα σημεία της περιοχής, που προσφέρονταν εδαφικά και οδικά στον ευρύτερο χώρο. Στο πανηγύρι συμμετείχε ολόκληρο το χωριό, με ιδιαίτερη χαρά. Ήταν μια ευκαιρία να ξεχάσουν τα βάσανα μιας ολόκληρης κοπιαστικής χρονιάς. Σ’ αυτό το πανηγύρι, έκαναν έντονη την παρουσία τους οι νέοι του χωριού, που γάμπριζαν.
Μέχρι το 1950 και λίγο αργότερα, για να εξοικονομήσει ο τύπος του χορευταρά και γλεντζέ τα χρήματα που του χρειαζόταν για να πάει σ΄ ορισμένα πανηγύρια, για να χαρεί τα νιάτα και τη λεβεντιά του, έπρεπε να κάμει οικονομίες ολόκληρο το χρόνο και περίμενε να έλθει η ημέρα του δείνα ή τάδε πανηγυριού και να ντυθεί τα γιορτινά του, το γυαλιστερό και τριζάτο βρακί, το πολίτικο γιλέκο (από την πόλη), το ποικιλόχρωμο πουκάμισο, το σακάκι το πανάκριβο και τέλος το «βρακάδικο» σκούφο - έμοιαζε με τον Αϊβαλιώτικο - που τώρα πια δεν υπάρχει στην αγορά - η καμιά φορά και καπέλο.

Τα ζύγιζε όλα, τόσα στους δίσκους της εκκλησίας, τόσα στο κερί, τόσα στο γεύμα της εκκλησίας, τόσα στο καφενείο και τόσα στα μουσικά όργανα (βιολί, κλαρίνο, ούτι, λαούτο και καμιά φορά σαντούρι). Μεταφορικό μέσο είχε το μουλάρι του, που κι αυτό έπρεπε να είναι περιποιημένο, σαμάρι καινούργιο, καπίστρι με πολύχρωμες χάντρες και φυλακτό, στρογγυλό από το πάχος, ευκίνητο. Εκείνο όμως που έκαμνε πιο μεγάλη εντύπωση, ήταν ο αναβάτης, ο νέος με το στριμμένο, σαν τσιγκέλι, μουστάκι, τα πλούσια καλοχτενισμένα μαλλιά και περιποιημένα, όχι όπως ο σημερινός μακρυμάλλης. Καμιά φορά οι αναβάτες ήταν «δικάβαλλοι», δηλ. διπλοί.
Οι κοπελιές του χωριού και των γειτονικών χωριών τον έβλεπαν και τον καμάρωναν και αυτός περήφανος για τον εαυτό του, σκόρπιζε σ΄ όλες, κατά προτίμηση στην αγαπημένη του, δειλές ματιές, που λίγα έδειχναν, αλλά πολλά υπόσχονταν.

Άρχιζαν το χορό με ένα σέρβικο ή χασάπικο ή γιωργάρικο, που φανέρωναν όλη την χορευτική τους δεινότητα σε ευκινησία, τσαλίμια, που με κατάπληξη τους παρακολουθούσαμε. ΄Έπειτα ο καλαματιανός που έπαιρναν μέρος και περισσότερες κοπέλες, διότι οι πρώτοι προϋπέθεταν αντοχή, ευκινησία και χορευτική ικανότητα, ενώ ο καλαματιανός προσιδίαζε περισσότερο στις γυναίκες, και κατόπιν ο συρτός ανά ζεύγη, ξαπολυτός (καρσιλαμάς), γρηγορινός (πολύ σύντομος) τσιφτετέλης και άλλοι.
Παντού πρώτοι και καλύτεροι, ευλύγιστοι, πεταχτοί, λαστιχένιοι σκόρπιζαν το γλέντι, τη χαρά, το θαυμασμό, αλλά κaι το φθόνο για κείνους που δεν ήσαν καλοί χορευτές.
Έπιναν κρασί ή σούμα με μεζέδες, όχι της προκοπής. Η μπύρα ήταν άγνωστη - μα κάτι τέτοιο ήταν ακατανόητο για χωριά. Κερνούσαν όλες τις παρέες και κείνες ανταπέδιδαν το κέρασμα. Σ΄αυτόν που χόρευε πρόσφεραν ούζο ή κρασί και στην κοπελιά λουκούμια, που όσα περισσότερα μάζευε τόση μεγαλύτερη ικανοποίηση δοκίμαζε. Αν μάλιστα τύχαινε να είναι ωραία και καλή χορεύτρια, τα κεράσματα δεν σταματούσαν καθόλου. Τα παιδιά λιγουριάζανε όταν έβλεπαν τόσα λουκούμια να μαζεύουν οι κοπέλες, που σε κάποια φίλη τους τα πετούσαν. Κι αν τύχαινε να είναι γνωστή, τα φιλοδωρούσαν μερικά.

Γινόταν όμως καβγάδες για τη σειρά προτεραιότητας στους «κάβους», που έπρεπε να εξασφαλίσει κάθε συντροφιά για τις κοπέλες της παρέας της. Επικρατούσε μια όχι καλή συνήθεια. Κάθε νέα που έμπαινε στο χωριό έπρεπε να την χορέψουν όλοι οι νέοι που την γνώριζαν και όταν ήταν και καλή χορεύτρια τότε πήγαιναν και ξένοι, φυσικό ήταν λοιπόν να παρατείνεται ο «κάβος», η διάρκεια χορού με αποτέλεσμα να στενοχωρούνται οι άλλες νέες. Και τότε συνέβαιναν οι παρεξηγήσεις.
Σωστό ήταν τότε να διακόπτονταν ο χορός και να πάρει σειρά κάποια άλλη. Η πίστα ήταν μικρή, μόλις επαρκούσε για τρία ζεύγη - σπάνια παραπάνω - τη σειρά προτεραιότητας την κανόνιζαν οι καφετζήδες, που δεν ήταν επαγγελματίες, αλλά περιστασιακοί. Μια άσπρη ποδιά, ήταν το διακριτικό τους. Κι αν τύχαινε να μην τα «παίρνουν απάνω τους» δηλ. να μη ήσαν σβέλτοι, τότε μετατρεπόταν σε δράμα. Εν τω μεταξύ οι άλλες νέες περίμεναν με αγωνία αλλά και πικρία, διότι αναβαλλόταν η σειρά τους.
Δικαιολογημένοι λοιπόν ήσαν οι καυγάδες, αν σκεφθούμε ότι ραδιόφωνα δεν υπήρχαν, κασετόφωνα το ίδιο και συνεπώς μουσική άκουαν μόνο στα πανηγύρια και σε έκτακτες περιστάσεις (αρραβώνες, γάμους και βαφτίσια). Διψούσε ο κόσμος για μουσική και χορό. Πώς να ικανοποιηθεί; Οι ευκαιρίες παρουσιάζονταν μόνο το καλοκαίρι στα πανηγύρια.

Οι μεγάλοι, αν είχαν κορίτσια της παντρειάς, περίμεναν να μπει στο χορό η κόρη τους να την καμαρώσουν, αν όχι πήγαιναν σε διάφορα συγγενικά ή φιλικά σπίτια, κερνιόνταν, έτρωγαν το βράδυ και κατόπιν, όσοι διέθεταν υποζύγια έφευγαν για τα χωριά τους.

Ρόλο έπαιζε και η εποχή, για να διαθέτουν τα απαραίτητα χρήματα αυτοί που θα επισκέπτονταν το παζάρι. Πάλι, ανάλογα τον πληθυσμό και την αξία του κάθε πανηγυριού, ήταν και η διάρκειά του, που συνήθως κυμαινόταν από 3 ως και 8 ημέρες.
Γίνονταν σ’ αυτά εμπορικές συναλλαγές μεγάλης έκτασης. Έμποροι, από τα μεγάλα αστικά κέντρα, φτάνανε εκεί με την πλούσια πραμάτεια τους. Εκτός όμως από το μεγάλο εμπόριο σε παντός είδους αγαθά, όπως σε τρόφιμα, υφάσματα, είδη υπόδησης, γεωργικά εργαλεία, σαμάρια, ψαθιά κ.ά., γινόταν και μεγάλες συναλλαγές αγοραπωλησίας ζώων. Μεγάλη ζήτηση είχαν τα μουλάρια, που γεννιόντουσαν από τη διασταύρωση του γαϊδάρου με τη φοράδα ή αλόγου με γαϊδούρα, γιατί τα ζώα αυτά είναι μεγάλης αντοχής και δεν δυσκολεύονται σε δύσβατους δρόμους. Πολύ διαδεδομένες ήταν και οι τράμπες, που έκαναν εκείνη την εποχή, με τα ζώα.
Εδώ εύρισκε ο καθένας ό,τι ήθελε και σε τιμές συμφέρουσες. Όσοι είχανε κορίτσια της παντρειάς, αγοράζανε από δω τα προικιά τους, όπως χαλκώματα, φορτσέρια, σεντόνια κι ότι άλλο ήταν απαραίτητο.
Τράμπες γίνονταν τότε, εκτός από τα ζώα, και στα υπόλοιπα προϊόντα, μιας και χρήματα δεν υπήρχαν εύκολα.

ΠΗΓΗ

Ό Ελληνικός καφές

Ο Ελληνικός καφές είναι η παρέα του Έλληνα σε κάθε στιγμή της ζωής του. Η παρέα και στα καλά και στα άσχημα. Το πρωϊνό καφεδάκι αποτελεί το καλλίτερο ξεκίνημα της ημέρας αλλά και το απογευματινό πού δημιουργεί την καλλίτερη ατμόσφαιρα για φιλική κουβεντούλα.

Πώς γίνετε όμως ο καφές; Ο Ελληνικός καφές έχει πολλές ποικιλίες κατασκευής και αυτές τις γνωρίζει πολύ καλά ο καφετζής αλλά και ο μερακλής του καφέ.

Για όσους δεν ξέρουν πώς να φτιάχνουν ένα καλό φλιτζάνι καφέ , πάμε να δούμε πώς γίνετε.

Ελληνικός καφές

Τρόπος παρασκευής καλού Ελληνικού καφέ


Μπρίκι

Κατά προτίμηση με στενό πάνω μέρος για να ανακυκλώνεται η θερμοκρασία κατά την διάρκεια του ψησίματος και στην σωστή διάσταση για την συγκεκριμένη ποσότητα καφέ που θα φτιάξουμε.


Εστία ψησίματος

Κατά προτίμηση χόβολη ή έστω γκαζάκι με χαμηλή φλόγα.

Το ηλεκτρικό μάτι δεν προτείνεται γιατί παρέχει ζέστη μόνο από κάτω από το μπρίκι και καθόλου από το πλάι. Επίσης αργεί να ζεσταθεί αλλά από την στιγμή που θα ζεσταθεί και μετά έχει μεγάλη ένταση η θερμοκρασία που αναπτύσσει


Φλιτζάνι.

Χοντρό πορσελάνινο για να διατηρεί ζεστό τον καφέ περισσότερη ώρα


Καφές: επιλέξτε τον καφέ που σας αρέσει. Είναι και θέμα προσωπικού γούστου πέρα από ποιότητα καφέ


Ο Ελληνικός καφές είναι συνήθως ανοιχτόχρωμος και χαρμάνι του βραζιλιάνικου Rio, Santos και Robusta. Πλέον κυκλοφορεί και πιο καβουρντισμένος, «σκούρος» ελληνικός, χαρμάνι από καφέδες της Κεντρικής Αμερικής, για όσους προτιμούν τον καφέ πιο πικρό και δυνατό. Στα καφεκοπτεία βρίσκεις χύμα και μεσαίου καβουρντίσματος, που είναι ελάχιστα πιο πικρός και πικάντικος, και δεν υστερεί σε καϊμάκι. Στην Ελλάδα ο καφές καβουρντίζεται σε κενό αέρος. Εξωτερικά ο κόκκος είναι πιο ψημένος και εσωτερικά είναι λίγο άψητος


Ονομασίες και αναλογίες καφέ / ζάχαρης.

Για φλιτζανάκι των 75 ml, (τυπικός μονός καφές)

Ρίξτε την σωστή ποσότητα νερού μετρώντας με το φλιτζάνι.

Σκέτος με 1 κ.γ. καφέ,

Μέτριος με 1 κ.γ. καφέ και 1 κ.γ. ζάχαρη ή

Μέτριος-κλασικός με 2 κ.γ. καφέ και 2 κ.γ. ζάχαρη και

Μέτριος γλυκός με 2 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος με ολίγη (αλλιώς ναι και όχι) έχει λιγότερο από 1 κ.γ. ζάχαρη

Ολίγον μέτριος με 1,5 κ.γ. ζάχαρη.

Μέτριος-βαρύς Ο μέτριος με ακόμη περισσότερο καφέ ,

Πολλά βαρύς έχει 4 κ.γ. καφέ και 6 ζάχαρη, ενώ ο

Βαρύς-γλυκός 3 κ.γ. καφέ και 4 κ.γ. ζάχαρη.

Όταν ζητηθεί χωρίς καϊμάκι ο μέτριος, θα είναι μέτριος βραστός και όχι, θα πρέπει να έχει φουσκώσει δύο φορές και να σερβιριστεί από ψηλά ώστε, πέφτοντας στο φλιτζάνι, να κάνει και φουσκάλες.

Πολλά βαρύς και όχι. Το ίδιο, όπως αλλά με μισή δόση νερού

Σκέτος βραστός δεν έχει καϊμάκι, ενώ ο

Σκέτος (θερια­κλίδικος) θα πρέπει να έχει και καϊμάκι, και φουσκάλες – και για να γίνει σωστός πρέπει να παρασκευαστεί σε κρύο νερό. Τρεις κουταλιές καφέ, καθόλου ζάχαρη, κρύο νερό και όταν αρχίσει να φουσκώνει ανασηκώνουμε και ξανακατεβάζουμε το μπρίκι, Σερβίρουμε από ψηλά για να κάνει και φουσκάλες


Παρατήρηση: Το κουταλάκι του καφέ είναι μικρό


Ψήσιμο καφέ

Αφού βάλουμε καφέ (ή και ζάχαρη) στο μπρίκι, ανακατεύουμε μόνο στην αρχή, μέχρι να ανακατευτεί καλά ο καφές και να λιώσει η ζάχαρη. Αποφεύγουμε να ξαναανακατέψουμε γιατί χαλάει το καϊμάκι.

Αν ψήνουμε σε χόβολη / άμμο, βυθίζουμε μέχρι τη μέση το μπρίκι στην «άμμο» και περιμένουμε να φουσκώσει.
Αν φτιάχνουμε συγχρόνως σε ένα μπρίκι παραπάνω από ένα καφέ, μοιράζουμε στα φλυτζανάκια πρώτα το καϊμάκι και μετά συμπληρώνουμε με τον υπόλοιπο καφέ.

Αν θέλουμε πλούσιο καϊμάκι χρησιμοποιούμε κρύο νερό.


Tips

Διατηρείστε το καφέ ερμητικά κλεισμένο σε αλουμινένο ή γυάλινο βάζο (ή ακόμα και στην αρχική του συσκευασία αφού τυλίξετε το πάνω μέρος από το σακουλάκι και βάλετε ένα λαστιχάκι να το κρατάει κλειστό) κατά προτίμηση μέσα στο ψυγείο

Χρησιμοποιείστε στεγνό και καθαρό κουτάλι για να πάρετε καφέ μέσα από το βάζο του καφέ

Μην βάζετε γάλα στον καφέ γιατί γίνετε πιο βαρύς, πειράζει στο στομάχι και αλλοιώνει το άρωμα και την γεύση του καφέ.

Αφήστε τον καφέ λίγα λεπτά να κάτσει το κατακάθι για να μην σας πειράξει στο στομάχι.

πηγή

Ή περιγραφή τών κατοικιών καί τής ζωής στό χωριό.

Γενικά

Οικιστική μελέτη του χωριού & του συνοικισμού

Το λαϊκό σπίτι, αν το σκεφτούμε μέσα στη συνοικιστική του ομάδα, αποτελεί το ιερό καταφύγιο, αλλά και το ορμητήριο του πρώτου κοινωνικού πυρήνα, που είναι η οικογένεια. Γι' αυτό συγκεντρώνει την ύψιστη προσοχή του δημιουργού (νοικοκύρη ή οικοδόμου, για τα τρία κυριότερα στοιχεία της οργανικής του οντότητας, το στέρεο και εξυπηρετικό χτίσιμο, την καλή γειτνίαση και την πρακτική ομορφιά.


Η μελέτη λοιπόν της λαϊκής κατοικίας πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του περιβάλλοντος και του συνόλου των άλλων σπιτιών. Υπάρχει "κοινωνία σπιτιών", όπως υπάρχει και η κοινωνία ανθρώπων. Ο μελετητής λαογράφος, πριν προχωρήσει στην περιγραφή των κατοικιών και της ζωής ενός χωριού, πρέπει να δώσει την συνολική μορφή και τα οικιστικά χαρακτηριστικά του χωριού, με την εξής σειρά:


Επταχώρι Καστορίας


1. Οπτική (πανοραματική) μορφή του χωριού.
Τα σχήματα συνήθως των συνοικισμών είναι: κυκλικά, ασύμμετρα και επιμήκη. Ο κυκλικός συνοικισμός (χωριό) συγκεντρώνεται γύρω από ένα ύψωμα (παλιόκαστρο), μια εκκλησία, μια πηγή ή μια αγορά. Οι δρόμοι του βγαίνουν έξω ακτινωτά. Ο επιμήκης (ή μακρυδρομικός) συνοικισμός σχηματίζεται παράλληλα με τους μεγάλους εθνικούς δρόμους και είναι νεώτερος, Οι σύμμετροι συνοικισμοί ήταν παλιότερα ή σε ψηλώματα (αμφιθεατρικοί) ή σε κρυμμένες κοιλάδες. Μελετάται στις περιπτώσεις αυτές, αν το χωριό είναι δίλοφο ή διπλευρικό. Επίσης, αν είναι παράλιο, μεσόγειο ή ορεινό. Και γενικά, ποιος είναι ο προσανατολισμός και η γεωγραφική του θέση.


Λέχοβο Καστοριάς


2. Κλίμα, έδαφος, υψόμετρο, νερά, καλλιέργειες ·απαραίτητο πλαισίωμα στην περιγραφή μας, που οδηγεί και σε συμπεράσματα, αν το χωριό είναι γεωργικό ή κτηνοτροφικό, παραγωγικό ή άγονο, πράσινο ή ξερό, λιθόκτιστο ή από ξενόφερτα υλικά.


Μέτσοβο Ηπείρου


3. Εσωτερική σύνθεση του χωριού η οποία περιλαμβάνει τα κεντρικά κτίρια όπως η εκκλησία, το σχολείο, τα Κοινοτικά γραφεία, η βρύση, τα καφενεία, η αγορά, το «μεϊντάνι» με τα μαγαζάκια και τα χοροστάσια. Οι γειτονιές με τους χαρακτηριστικούς δρόμους, το κοιμητήριο, οι δρόμοι εξόδου.



4. Ιστορικά του χωριού, όνομα και ετυμολογία, χρονολογία κτισίματος, περιπέτειες, σύγχρονες συνθήκες.


Το Δημοτικό Σχολείο Ριζοβουνίου Πρεβέζης


Οικιστική μελέτη του σπιτιού


1. Περιγραφή του εξωτερικού χώρου, της γειτονιάς, του εδάφους και της έκτασης του οικοπέδου (ξερότοπος, βλάστηση, απάνω γειτονιές, επικλινές έδαφος, ξάγναντο ή γούπατο).



Η πέτρινη καμάρα της Μπαμπαλίνας Τρικάλων


2. Εξωτερική μορφή του σπιτιού. Μονώροφο, διώροφο, πλατυμέτωπο, στενομέτωπο, γωνιόστεγο (δίρριχτο και με αέτωμα), με επίκλινη στέγη (μονόριχτο), επιπεδόστεγο (ταράτσα), πυραμιδόστεγο ή καμπυλόστεγο. Πολυπαράθυρο ή τυφλό. Απλό ή πολυσύνθετο (με χαγιάτια, πτερύγια κτλ.). Χρώματα που κυριαρχούν. Τυχόν επιγραφές ή σήματα και χρονολογίες.


Κατοικία Ηπείρου


3. Υλικά οικοδομίας. Τοιχοποιία, ξυλοδομικά εξαρτήματα, στέγη (κεραμίδια, πλάκες, δὠμα από πηλό, κλαδιά ή τσιμέντο). Εδώ μπορούν να ζητηθούν και τα έθιμα χτισίματος, στα θεμελιώματα (σφάξιμο κοκκόρου, αγιασμοί κτλ.) και στη σκεπή (μαντηλώματα).


4. Αρχιτεκτονικός τύπος του σπιτιού (τοπικός ή πανελλήνιος) και γενική αισθητική. Εκτίμηση των ιδιοτυπιών και εμπνεύσεων. Αισθητική της προσαρμογής στο περιβάλλον. Ψεκτά σημεία επίσης.


Διώροφη οικία Καλάνδρας Χαλκιδικής


5. Εσωτερική διαίρεση του σπιτιού (κάτοψη & τομή). Δωμάτια και χώροι (και τρόποι) οικογενειακής ζωής, για το αντρόγυνο, για τα παιδιά, για τους γέρους, για τους ξένους. Φροντίδες προσανατολισμού και υγιεινής. Πρακτικά διδάγματα, αλλά και άγνοιες. Χρώματα και διακόσμηση, θέση της εστίας και καπνοδόχος.


6. Έπιπλα & σκεύη. Εντοιχισμένα και κινητά έπιπλα της λαϊκής κατοικίας. Τόποι κατασκευής ή αγοράς. Οι ντόπιοι επιπλοποιοί. Τα αρμάρια τροφίμων, οι παλιές κασέλες, το εικονοστάσι. Μεταγενέστερες αστικές εξελίξεις. Τα σκεύη (αγγεία) του μαγειρειού, της τραπεζαρίας, του νοικοκυριού (νερό, πλύσιμο) και της φιλοξενίας (δίσκοι, σερβίτσια κτλ.). Η εσωτερική ατμόσφαιρα και εμφάνιση του σπιτιού είναι η ζωντανότερη πλευρά της ελληνικής κατοικίας, επειδή δείχνει τις οικονομικές συνθήκες της οικογένειας, την προσωπικότητα της νοικοκυράς, την πολιτιστική διάθεση για βελτίωση, και το πνεύμα της φιλοξενίας.


Παραδοσιακή αρχιτεκτονική Κρανέας Ελασσόνας


7. Αυλή & κήπος: Τα χτισίματα της αυλής, φούρνος, μαγειρειό, στάβλοι, αχερώνας, κοτέτσι ή περιστερώνας κτλ. Το πηγάδι και η στέρνα, τρόποι για την άντληση του νερού. Η κεντρική και η δευτερεύουσα πόρτα με την αρχιτεκτονική της στέγης τους. Χτυπητήρια ή κουδούνια για ειδοποίηση. Ασφαλιστικά σύνεργα. Η μάντρα ή ο φράχτης, μικροεμπόδια για τους κλέφτες. Δέντρα και καλλιέργειες. Σπιτική ανθοκομία και γλάστρες ή αρτάνες.


8. Ιδιόρρυθμες αγροτικές κατοικίες: Καλύβες πέτρινες ή δεντρόκλαδες, στάνες και στρούγγες, τσαρδάκια, λιμναίες καλαμωτές κατοικίες κ.α.



Στάνες Σαρακατσαναίων


Η μελέτη της ελληνικής κατοικίας, ιδιαίτερα στην παραδοσιακή της μορφή, είναι έργο εθνικό, όσο εθνικός ήταν πάντα και ο ρόλος του ελληνικού σπιτιού, που στέγασε με συνεχή εξέλιξη την πρώτη γέννηση, τα παιδικά χρόνια, την οικογενειακή τιμή, τον γάμο, τις χαρές και τις λύπες, τον ειρηνικό θάνατο, την φτώχεια ή τον πλούτο, αλλά και την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του κάθε Έλληνα.





Σκόρδο σπορά φύτεμα καλλιέργεια


Τα σκόρδα είναι φυτά βολβώδη, πολυετή και ανήκουν στην οικογένεια των λειριοειδών. Καλλιεργούνται για τούς βολβούς τους, οι οποίοι βρίσκουν μεγάλη χρησιμοποίηση στη μαγειρική ή παρασκευή ειδικών δροσιστικών τροφών.
Τα φύλλα διαφέρουν απ' εκείνα των κρεμμυδιών, γιατί είναι πιό σπαθωτά και πιό στενά και στριμμένα. Τα άνθη είναι λευκά και στη κορυφή του καυλού σχηματίζουν σφαιρικό σκιάδιο. Κάθε κεφάλι αποτελείται από 8-12 σκελίδες, εκ των οποίων οι εξωτερικές είναι μεγαλύτερες από τις εσωτερικές και πιό καυτερές. Τα σκόρδα ευδοκιμούν σε χώματα ελαφρά, όχι πολύ υγρά, προ πάντων στραγγερά και γόνιμα. Στα βαριά και σφικτά εδάφη, πού κρατούν πολλή υγρασία, σαπίζουν η δίδουν μικρά κεφάλια, στα δε πολύ ξηρά και άγονα ή απόδοσης των είναι μηδαμινή και ή γεύσης των γίνεται εξαιρετικά καυτερή.
Η καλλιέργεια γίνεται αποκλειστικώς με βολβίδια (σκελίδες) είτε, πολύ σπανίως, με σπόρους. Στα θερμά μέρη ή φυτεία αυτών, εκτελείται κατά "Οκτώβριο-Νοέμβριο, τα δε ψυχρά και ορεινά κατά Φεβρουάριο- Μάρτιο. Το ίδιο γίνεται και για τον πολλαπλασιασμό με σπόρο. Για την απόκτηση καλής φυτείας, πρέπει από κάθε κεφάλι σκόρδου, να διαλέγονται τα εξωτερικά και χονδρά βολβίδια, τα όποια και μόνο να χρησιμοποιούνται, τα δε μικρά και λεπτά να απορρίπτονται.
Αυτά φυτεύονται σε βραγιές και κατά γραμμές 20-25 πόντους, η μία της άλλης, επ’ αυτών δε, κατά διαστήματα 12 -15 πόντους και σε βάθος 2-3 πόντους, το πολύ. Σε περίπτωση συγκαλλιέργειας φυτεύονται ως μπορτούρες στα σαμάρια των βραγιών, των ποτιστικών αυλακών, είτε ανάμεσα στα μαρούλια, στα σπανάκια κλπ.
Για κάθε στρέμμα απαιτούνται πέντε πλεξούδες η 1500-1800 κεφάλια περίπου.
Η προετοιμασία του εδάφους πρέπει να γίνεται καλή, με 2-3 σκαψίματα και σπάσιμο των βώλων, ώστε το χώμα να τρίβεται εντελώς. Επίσης και ή λίπανσης πρέπει να είναι ή κατάλληλη.
Η κοπριά αποτελεί άριστο λίπασμα, σε ποσό 2-2.500 οκάδες στο στρέμμα, πρέπει όμως να είναι εντελώς χωνευμένη και να χρησιμοποιείται πολύ προ της φυτείας. Μαζί με συμπληρωματικά φωσφοροκαλιοΰχα χημ. λιπάσματα (0-12-6) δίδει πολύ καλλίτερα αποτελέσματα. Από τα σύνθετα χημ. λιπάσματα αξιοσύστατος είναι ό τύπος 4-10-10, σε ποσό 50-60 οκάδ. στο στρέμμα. Κατά προτίμηση χρησιμοποιούνται σκέτα, σε χώματα με οργανικές ουσίες η οπωσδήποτε σφικτά.
Η καλλιέργεια των σκόρδων με σπόρο, δεν είναι πρακτική, γιατί χρειάζονται δύο έτη για να δώσουν κεφάλια, δηλαδή, το πρώτο έτος θα παραχθούν μικρά βολβίδια, τα όποια θα ξαναφυτευτούν για ν' αποδώσουν το επόμενο έτος. Επίσης δε πολλαπλασιασμός αυτός, με σπόρο, δεν δίδει τις επιθυμητές ποικιλίες.
Σε όλες τις περιπτώσεις, τα σκόρδα, κατά την διάρκεια της βλαστήσεώς τους, πρέπει να βοτανίζονται και να σκαλίζονται 1-2 φορές, ιδίως στην αρχή, και να ποτίζονται εφ’ όσον μόνον υπάρχει μεγάλη ξηρασία. Όταν πλησιάζει ή ωρίμανση και αρχίσουν να κιτρινίζουν τα φύλλα, τότε δένονται στη κορυφή, είτε στρίβονται για να σταματήσει ή βλάστηση και να γίνουν τα κεφάλια χονδρότερα, ή ακόμη και για να επισπευτεί ή πρωιμότης των.
Η συγκομιδή αρχίζει κατά Μάιο-Ιούνιο αναλόγως των ποικιλιών και του τόπου. Πρέπει να γίνεται μετά την τέλεια αποξήρανση των φύλλων, αλλιώς όταν είναι πρόωρη, τα κεφάλια δεν διατηρούνται και σαπίζουν πολύ γρήγορα στην αποθήκη.
Τα σκόρδα αφού ξεριζωθούν με το χέρι η με λισγάρι, δένονται σε πλεξούδες ανά 50- 100 κεφάλια και αφήνονται μερικές ήμερες στον ήλιο για να χάσουν μέρος της υγρασίας τους. Κατόπιν αναρτώνται σε ξηρή και ευάερη αποθήκη μέχρις ότου διατεθούν. Μια καλή απόδοσης σκόρδων φθάνει 8-12 φορές μεγαλύτερη από το χρησιμοποιηθέν ποσό της φυτείας.

Ποικιλίες.
Οι κυριότερες ποικιλίες των σκόρδων, οι οποίες και συχνότερα συναντώνται στην καλλιέργεια είναι:
-Σκόρδα κοινά. Ταύτα κάνουν κεφάλια μέτρια στο μέγεθος με πολλές και σφικτές σκελίδες, συνήθως ο-λίγο κυρτές. Είναι ποικιλία ανθεκτική και μάλλον όψιμη.
-Σκόρδα ολόλευκα. Ταύτα γίνονται χονδρότερα των προηγουμένων και με σκελίδες ποιό σαρκώδεις. Οι εσωτερικές και εξωτερικές φλούδες είναι χαρακτηριστικώς κάτασπρες. Είναι ποικιλία εκλεκτή και πρώιμη
-Σκόρδα τεράστια. Τα κεφάλια αυτών αποκτούν τεράστιο όγκο (10—15 πόντους διάμετρο) με ολίγες σκελίδες, αλλά ή κάθε μία αντιστοιχεί μ' ένα ολόκληρο σκόρδο κοινό. Πρόκειται περί εξαιρετικής ποικιλίας, ελάχιστα όμως καλλιεργούμενης
-Σκόρδα στρογγυλά χονδρά. Ταύτα αποκτούν κεφάλια χονδρά και σχεδόν στρογγυλά , με σαρκώδεις σκελίδες ελάχιστα καυστικές .
-Σκόρδα σχιστά. Ταύτα χαρακτηρίζονται από τις σκελίδες όποιες είναι πολύ χαλαρές μεταξύ των η μάλλον όλως διόλου χωριστές. Είναι γλυκύτερα από τα άλλα σκόρδα και αποτελούν άλλο είδος

Ασθένειες. Οι συνηθέστερες αρρώστιες των σκόρδων είναι:
Η σκωρίαση
Παρουσιάζεται στα φύλλα σαν πολυάριθμα και πυκνά στίγματα σκουρόξανθα, τα όποια εμποδίζουν τη κανονική λειτουργία της βλαστήσεως. Προλαμβάνεται με 2-3 ψεκάσματα βορδιγαλείου πολτού (1 οκά θειικός χαλκός με 1 οκά ασβέστη σε 100 οκάδες νερό).




Η σήψης των βολβών
Είναι ένας μικρός μύκητας, ό όποιος ζει συνήθως ως σαπρόφυτο, αλλά κάποτε προσβάλλει τα σκόρδα και κρεμμύδια, όπου αναπτύσσεται σε παράσιτο. Παρουσιάζεται ως μαύρη μούχλα μεταξύ των λεπίων των βολβών. Ευνοείται σε πολύ υγρά εδάφη και εκεί πού γίνεται χρήσης φρέσκης κοπριάς. Για τα σκόρδα είναι επικίνδυνη αρρώστια. Θεραπευτικό μέσο δεν υπάρχει, παρά αποφυγή των αίτιων πού τη προκαλούν, είτε αλλαγή της καλλιέργειας για 3-4 χρόνια.

Από τα έντομα, οι σοβαρότεροι εχθροί είναι ό κρεμμυδοφάγος και ή μηλολόνθη, οι όποιοι προσβάλλουν τούς βολβούς. Καταπολεμούνται με άρσενικούχα δολώματα από αραβόσιτο ή πίτυρα, είτε με παγίδες.

Πηγή: Πρακτικός οδηγός του λαχανόκηπου-Παράρτημα «Γεωργικού δελτίου» μηνός Ιανουαρίου 1940
άπό